Η απεύθυνση.

    «Είναι σημαντικό να βρεις σε ποιον απευθύνεσαι. Για πολύ καιρό, μπορεί να απευθύνεσαι στον εαυτό σου. Μπορεί έπειτα, να θες απλά να κάνεις καλά τη δουλειά σου. Είναι διάφορα τα στάδια που θα βρεθείς. Το κοινό όμως, δεν αλλάζει. Είναι ο παρονομαστής. Στο τέλος, θα έρθουν να σε δουν κάποιοι άνθρωποι. Το σημαντικό είναι αυτοί, να ψυχαγωγηθούν με την ευρύτερη έννοια της ψυχαγωγίας. Να ταραχθούν, να μετακινηθούν, να χαρούν, να λυπηθούν, κ.ο.κ.».

     

    Ένα ακόμα βραβείο. 

    Στα βραβεία κοινού του Αθηνοράματος, κέρδισε το δεύτερο βραβείο για την ομολογουμένως εξαιρετική ερμηνεία του στο Συρανό. Όπως συνέβη και με το βραβείο Χορν, στο μακρινό πλέον, 2015, η αντίδρασή του, πατούσε γη. «Τα βραβεία είναι πάντα συλλογική δουλειά. Δεν είμαστε μόνοι μας. Το πιστεύω ακράδαντα αυτό. Κάπως χαίρομαι που συνέβη γιατί επιβραβεύεται η δουλειά μας από τον κόσμο ο οποίος αν μη τι άλλο είναι ο κύριος αποδέκτης». 

     

    Συρανό, η επιστροφή.
    Φέτος, αποφάσισε συνειδητά, μιας και πρωταγωνιστεί στη σειρά Διάφανη Αγάπη του Alpha, να μη δουλέψει στο θέατρο για να έχει περισσότερο ποιοτικό χρόνο με την κόρη του. «Παρόλα αυτά, για να μην ξεχάσω και ποιος είμαι, θα πάμε στη Θεσσαλονίκη την περίοδο των γιορτών με την ανανεωμένη έκδοση της παράστασης “Συρανό” στην οποία θα παίζει και ο Γιώργος Νανούρης». 

     

    Η ύπαρξη.

    Ο μεγαλύτερός του ρόλος λέει ότι είναι αναμφισβήτητα το να είναι ο “μπαμπάς της μικρής”. «Εκείνη έπαιξε και μεγάλο ρόλο και στη δουλειά μου. Δεν υπάρχω εγώ πια. Υπάρχω, αλλά δεν υπάρχω με τη δυναμική που υπήρχα. Πρωταγωνιστεί πλέον εκείνη. Και δεν εννοώ ότι την έχουμε κάνει πριγκίπισσα. Είναι όμως προτεραιότητά μου. Οφείλω να είμαι οκ με τα σκοτάδια μου και τις τρύπες μου. ». 

     

    Η κόρη. 

    «Τα παιδάκια δαγκώνουν, γιατί δεν ξέρουν τι να κάνουν το στόμα τους, όχι γιατί είναι κακά παιδιά. Παίζει ρόλο, ποιος αναλαμβάνει διοικητικές θέσεις, πώς το διαχειρίζεσαι εσύ ως γονιός, σε τι συνθήκες μεγαλώνει το παιδί». 

     

    Η μίμηση.

    «Για να γίνει ένα παιδί που έχει αξίες η κόρη μου, πρέπει πρώτα από όλους να τα βλέπει από μένα. Δεν μπορεί να περιμένεις από ένα παιδί να μην είναι βίαιο ή να μην είναι στο κινητό όλη την ώρα όταν βλέπει εσένα να το κάνεις αυτό». 

     

    Τα κομμάτια.

    «Η ζωή είναι ένα ατελείωτο παζλ αλλά όλη αυτή η κακία και η βία προφανώς, ξεκινούν από κάπου. Όλο το ανθρώπινο είδος είναι στηριγμένο στη βία από τη φύση του. Όμως, πρέπει να δούμε πώς όλο αυτό το πράγμα εκτονώνεται και πώς δεν το αφήνουμε χύμα στο κύμα». 

     

    Το παιδί που έγινε γονιός.

    «Μετά, μπαίνεις σε μία άλλη ψυχαναλυτική τρύπα μόλις κάνεις παιδί όπου αυτομάτως, μεταφέρεις τον εαυτό σου στην ηλικία του παιδιού με όσες μνήμες μπορούμε να έχουμε σκεπτόμενοι όλα αυτά που έπρεπε οι γονείς μας να μας κάνουν ή να μην μας κάνουν. Και κάπου εκεί, συνειδητοποιείς ότι συγχωρείς ή κατανοείς τους γονείς σου όταν κάνεις παιδί».

     

    Οι συναντήσεις. 

    Η παράσταση του Αίαντα, βρίσκει το Μιχάλη να υποδύεται 9 διαφορετικούς ρόλους με το λόγο και το σώμα του. Όσοι την είδαμε, καταλάβαμε από την πρώτη εκείνη εκδοχή της το 2019 -με τους θεατές να βρισκόμαστε πάνω στη σκηνή κι εκείνος κάτω- ότι αυτή θα είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές του. «Έχουν παίξει πολλά πράγματα καταλυτικό ρόλο στη μέχρι τώρα πορεία μου. Το πιο βασικό όλων, είναι οι συναντήσεις με συγκεκριμένους ανθρώπους. Δηλαδή, ο Νίκος (σ.σ.: Καραθάνος) έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην επαγγελματική μου ζωή, ο Καρατζάς έχει παίξει τεράστιο ρόλο, ο Νανούρης το ίδιο, ο Άρης (σ.σ.: Σερβετάλης) με την Έφη (σ.σ.: Μπίρμπα) είναι εκεί, πολύτιμοι για μένα, ο Αιμίλιος, η Λυδία η Κονιόρδου. Από όλους αυτούς τους ανθρώπους έχω πάρει κάτι και όλοι αυτοί με έχουν δει μες τα χρόνια να ωριμάζω, να εξελίσσομαι και να εξελίσσομαι λόγω της επαφής μου με αυτούς. Πάντα αποζητούσα να είμαι σε περιβάλλοντα πολύ γόνιμα. Οι ρόλοι, ήρθαν μετά. Η αγωνία και η φιλοδοξία μου να τους παίξω ήρθαν μετά. Η πρώτη μου ανάγκη ήταν αυτές οι συναντήσεις. Σε αυτά τα 16 χρόνια που είμαι στο θέατρο δεν μπορώ να σου πω ότι δεν έχουν υπάρξει αυτές οι συναντήσεις, όπως δεν μπορώ και να μην πω ότι ο Αίαντας ήταν η κορυφή».    

     

    Ο Αίαντας.    

    «Σε αυτήν την παράσταση συμπυκνώνεται όλη μου η εμπειρία και όλη μου η πορεία σχετικά με το τι έχω αποκομίσει μέχρι τώρα από τους ανθρώπους που ανέφερα σε συνδυασμό με τη μεγάλη μου αγάπη προς τη ζωγραφική και τη στήριξη που έχω όλα αυτά τα χρόνια από την οικογένειά μου». 

     

    Η σύλληψη.

    «Ένα βράδυ έλεγα στον Αποστόλη (σ.σ. Χατζαρά) για τον Αίαντα κι ενώ του μιλούσα, ζωγράφισε έναν Αίαντα με τον τρόπο που τον ζωγραφίζει στην παράσταση. Μου σήκωσε το έργο και ταράχτηκα. Του λέω “Τι κάνεις”. Ήταν τόσο η ταχύτητα με την οποία το έκανε αλλά και το πώς με αφουγκραζόταν. Μου το έβαλε στο μυαλό. Μετά από λίγες μέρες, του είπα ότι αυτό θα μπορούσε κάπως, να γίνει παράσταση. Πήγαμε λοιπόν στο Νανούρη, του είπα την ιδέα μου και ο Γιώργος, την έκανε πραγματικότητα. Έκανε το όνειρό μου, πραγματικότητα».


    mixalis sarantiss

    Το «δεν είμαστε όλοι για όλα». 

    «Η ύπαρξή μου δεν έχει καμία χρησιμότητα σε πάρα πολλά πράγματα. Δεν μαγειρεύω ας πούμε. Όταν μπω στην κουζίνα, τα κάνω όλα ροντέο». 

     

    Doer. 

    «Είμαι ικανός στο να αναλάβω κάτι και να το φέρω εις πέρας. Είμαι doer, έτσι δεν το λένε; Δεν ήμουν. Με έκανε η ζωή. Με τους γονείς μου στα νοσοκομεία, σε καταστάσεις που ο μπαμπάς με χρειαζόταν, σε ζόρια. Μετά από αυτά, αποκτάς μια σημαντική εμπειρία. Δεν φοβάμαι να μπω στα πράγματα. Αυτό μεταφέρθηκε και στη δουλειά μου. Είμαι πιο τολμηρός. Δεν φοβάμαι να μπω μέσα και να φάω τα μούτρα μου». 

     

    Η γοητεία της τόλμης. 

    «Το θράσος εμπεριέχει μία άγνοια πάνω στο γιατί το κάνεις. Το να είσαι τολμηρός είναι κάτι άλλο. Έχουμε να χάσουμε μόνο αν δεν τολμήσουμε κάτι. Χρειάζεται να έχεις διανύσει κάποια χιλιόμετρα στη ζωή σου για να σταματήσεις να φοβάσαι. Οι δυσκολίες μπορεί να μετασχηματιστούν σε κάτι και να σε εξελίξουν πολύ περισσότερο από ό,τι συμβαίνει όταν ζεις μια ζωή χωρίς σκαμπανεβάσματα». 

     

    Έξω από τη σκηνή.

    «Δεν είναι ψυχόδραμα ούτε ψυχιατρείο η δουλειά μας. Κάποια στιγμή, αν κάνεις αυτή τη δουλειά από παιδί, αφουγκράζεσαι ότι για να κάνεις αυτήν τη δουλειά πρέπει να ζήσεις. Για να μπορέσεις να μεταδόσεις, θα πρέπει αφενός να έχεις ένα φαντασιακό τεράστιο αλλά να έχεις και μια λογοτεχνική μανία. Ένα βιβλίο είναι μια κλειστή ζωή που περιμένει να την ανοίξεις. Δεν είναι μόνο οι εμπειρίες σου. Είναι και η μουσική σου, οι ταινίες σου, τα ερεθίσματά σου, πρέπει όλα αυτά να είναι σε πολύ οξύ βαθμό. Αν είσαι νωθρός ψυχικά, αυτό θα βγει και στη σκηνή. Η σκηνή είναι καθρέφτης. Είναι ζωή».

     

    Πάνω στη σκηνή.

    «Κάπως θες να είσαι εκεί πάνω γιατί δε σου αρέσει εκεί κάτω. Ή προτιμάς να θες να αλλάζεις τον κόσμο για δύο ώρες. Εγώ όταν παίζω το Συρανό ή τον Αίαντα, δε στεναχωρώ κάποιον πραγματικά, δεν του κάνω κακό. Ίσως απλά, να τον ξενερώνω γιατί μπορεί να μην του άρεσα αλλά μέχρι εκεί. Οι άνθρωποι που ασχολούμαστε συνειδητά με την τέχνη, κάπως έχουμε βρει τον τρόπο να μην πληγώνουμε τους άλλους. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχουν κακοποιητικά στοιχεία στη δουλειά μας». 

     

    Η τηλεόραση. 

    «Εμείς δε δουλεύαμε παλιά στην τηλεόραση, γιατί δεν υπήρχαν δουλειές. Από τις Μέλισσες και μετά, κάπως απενοχοποιήθηκε ένα πράγμα που κάποιοι ακολούθησαν. Και στην τηλεόραση όπως και στο θέατρο υπάρχουν άνθρωποι που αν θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους καλά, θα την κάνουν καλά. Και το αντίστροφο». 

     

    Η νοσταλγία.

    «Νοσταλγώ τις εποχές που υπήρχε “κέντρο”. Νοσταλγώ εμένα καταρχάς, για να μου λείπει η πειραματική σκηνή, για να μου λείπει το θέατρο Αμόρε, για να μου λείπει ο Βογιατζής και το Εθνικό του Χουβαρδά, μου λείπω εγώ. Η δουλειά μας, όμως αλλάζει».   

     

    Η πρώτη φορά. 

    Η πρώτη του εμπειρία στη σκηνή ήταν στην παράσταση Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας του Θεάτρου Τέχνης που ανέβαινε από το Νίκο Μαστοράκη, στη Μικρή Επίδαυρο. «Σε εκείνη την παραγωγή, ο Μαστοράκης επέλεξε κάποιους μαθητές να συμμετέχουν στην παράσταση. Κάποιους για μικρό ρόλο, κάποιους για μεγαλύτερο. Εμένα λοιπόν, με διάλεξε να κάνω το Λύσανδρο, ένα μεγάλο ρόλο για πρωτοετή φοιτητή. Δεν μπορώ να πω ότι είχα άγχος, αλλά ούτε κι ότι την είχα ακούσει. Ήμουν κάπως χαρούμενος και κάπως αφελής. Στην πρεμιέρα λοιπόν, ο τότε διευθυντής του Θεάτρου Κουν, ο Διαγόρας Χρονόπουλος, με έβαλε να πουλάω προγράμματα πριν την παράσταση. Στην αρχή, λέω “καλά εμένα βρήκε να πουλάω προγράμματα που ανοίγω και την παράσταση”;! Κι όμως, μου έκανε τόσο καλό! “Κούλαρε φίλε, είναι δουλειά”. Γειώθηκα. Δεν είναι όλα μόνο αέρας και ψυχολογική κατάσταση είναι και ύλη. Έχει φώτα, έχει ξύλα, έχει θερμότητα, έχει οργάνωση, έχει χρήματα. Φυσικά, είναι και επιστήμη. Είναι το πώς θα προσεγγίσεις το ρόλο, είναι η δραματουργία αλλά, είναι και πρακτικά πράγματα». 

     

    Τα Χριστούγεννα. 

    Μιλώντας για αυτά, η πρώτη αντίδραση ήταν αρνητική. Τον μελαγχολεί αρκετά που «πρέπει να είμαστε οκ και να περνάμε καλά». Ύστερα, ήρθε στο μυαλό του «μια φωτογραφία της μάνας μου μπροστά από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που είναι πολύ χαμογελαστή». Τελικά, θυμήθηκε την περσινή Πρωτοχρονιά που «ήμασταν με τη μικρή, ήταν πολύ συγκινητική». Για να καταλήξει ότι «Τα Χριστούγεννα που θυμάμαι, είναι αυτά που έρχονται». 

     

    Μια ευχή. 

    «Έχουμε εκατομμύρια προβλήματα μέσα στη μέρα όλοι μέχρι να αποκτήσουμε ένα πρόβλημα υγείας. Εύχομαι μόνο υγεία. Και ψυχική και σωματική. Είναι μια διαρκής μάχη η ζωή. Είναι μια μάχη στην οποία φέρεις τον εαυτό σου προσπαθώντας να μην πληγώσεις ανθρώπους, να τους αγαπήσεις. Μια μάχη που δίνεις δικαίωμα στον εαυτό σου να ερωτευθεί, να δημιουργήσει να κάνει ό,τι γουστάρει. Μέσα σε αυτήν την κακία και την τοξικότητα, δίνεις μια μάχη για το φως. Λες “Όχι ρε, δε θα έρθω από εκεί”. Είναι εύκολο να πας από εκεί. Μην το κάνεις». 

     

    Μια ιστορία

    «Ήμουν με τη μηχανή όταν η μπροστινή μου αποφάσισε να στρίψει χωρίς να βγάλει φλας. Ταράχτηκα. Της ζήτησα να κατεβάσει το παράθυρο αλλά εκείνη δεν το έκανε από φόβο μην τη βρίσω -λογικό αφού αυτό γίνεται συνέχεια στο δρόμο. Όταν τελικά, το κατέβασε, της είπα ότι πέρα από το γεγονός ότι είναι παράνομο να στρίβει χωρίς φλας, καλό θα ήταν να το βγάζει γιατί φοβόμαστε. “Ο άλλος, φοβάται ότι θα πεθάνει όταν το κάνεις αυτό”. Μου είπε ότι έχω δίκιο. Θέλω να πιστεύω ότι το κατάλαβε. Αν τη σκυλόβριζα, πιστεύω ότι δε θα καταλάβαινε τίποτα. Με τις φωνές, δε βγάζουμε κάτι».