Η πρότασή της να βρεθούμε στον χώρο όπου από πολύ μικρή πηγαίνει ως εθελόντρια, πήρε ένα μεγάλο «ναι». Στο Σπίτι Φιλοξενίας Ηλικιωμένων, Λωίδα, συναντηθήκαμε. Μπροστά από έναν καναπέ που θύμιζε περισσότερο παιδικά χρόνια παρά ψυχανάλυση, ξεκινήσαμε να μιλάμε.
Την απόφαση να ασχοληθεί με την ψυχολογία, την πήρε όταν ήταν στην πρώτη Λυκείου. «Σαν παιδί υπήρξα θύμα κοινωνικής απομόνωσης. Ήμουν το ψηλότερο παιδί στην τάξη, η καζούρα ήταν ατελείωτη. Για να το αντιμετωπίσω, κλείστηκα στον εαυτό μου αδιανόητα πολύ. Κοιτάζοντας ωστόσο πίσω και δουλεύοντας με τον εαυτό μου, κατάλαβα ότι αυτήν την απόφαση την πήρα τότε για να ξορκίσω αυτό το φάντασμα των σχέσεων στη ζωή μου, αυτό το αίσθημα της κατωτερότητας που κουβαλούσα από την παιδική μου ηλικία». Σήμερα, όποιος τη συναντά δεν πιστεύει ότι υπήρξε κάποτε εκείνο το κορίτσι. «Μου λένε αποκλείεται, εσύ είσαι πολύ τολμηρή, εσύ τολμάς τα πάντα. Ε λοιπόν, πρέπει να παραδεχτώ ότι χρωστώ τα πάντα, στους καταπιεστές της παιδικής μου ηλικίας».
Τα όρια
«Το δυσκολότερο αλλά κατ’εμέ πρωτεύον όριο είναι το να ξέρω πότε φεύγω και πότε μένω από μία συζήτηση ή από μία σχέση. Δηλαδή, τι μας λέει το ένστικτό μας. Ένας μεγάλος λόγος που δεν βάζουμε όρια είναι γιατί πάρα πολλοί από εμάς, πάσχουμε από τον όρο που εγώ αποκαλώ “καλοπαιδίαση”. Αυτό συμβαίνει γιατί μεγαλώνουμε με πολλές προσδοκίες από τους γονείς μας. Μεγαλώνουμε αποζητώντας την αποδοχή και την έγκριση. Μεγαλώνουμε περιμένοντας την έκφραση της αγάπης των γονιών όταν πειθαρχούμε σε αυτά που μας ζητούν. Αυτό, στην πορεία μας, γίνεται μοντέλο ζωής και φοβόμαστε να πούμε “όχι”, να βάλουμε το όριο γιατί ουσιαστικά τρέμουμε την απόρριψη, την απώλεια, τη μη έγκριση ανθρώπων που είναι σημαντικοί για εμάς».
Κάθε φορά που υποχωρούμε, που λέμε “ναι” για να κερδίσουμε την έγκριση, ουσιαστικά, λέμε “όχι” στον εαυτό μας. Και ο εαυτός μας, δεν τα συγχωρεί αυτά τα “όχι” και θα τα εκφράσει. Συνήθως, το κάνει με τα ψυχοσωματικά.
Βάζοντας όρια…
Στα παιδιά
«Πρέπει να ξεχωρίσουμε έννοιες όπως: “Έφαγες το φαγητό σου, είσαι καλό παιδί”. Όταν του το λέμε αυτό, δεν βοηθάμε το παιδί να ρουφήξει αγάπη. Το ότι κάνει αυτό που του λέει ο κηδεμόνας του δε σημαίνει ότι παίρνει αγάπη από αυτό. “Έφαγες όλο το φαγητό σου; Τι καλό που κάνεις στο σώμα σου”, είναι μια καλή εναλλακτική. Όταν βλέπουμε μια καλή συμπεριφορά στο παιδί, είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε πόσο αυτή ωφελεί το ίδιο χωρίς να σημαίνει ότι κερδίζει τη δική μας αποδοχή. Το παιδί λαχταρά την ανατροφοδότηση, να ξέρει ότι αυτά που κάνει είναι σπουδαία ότι είναι άξιο όχι να αγαπηθεί -είναι αυτονόητο και δεδομένο ότι θα πάρει αγάπη- αλλά μεγαλώνοντας να δείξει όλες του τις δυνατότητες».
Στη δουλειά
«Το καλύτερο όχι, ξεκινά πάντα από ένα ναι. Το πρώτο μας βήμα είναι να πούμε ότι καταλαβαίνουμε το κίνητρο και ότι θα ανταποκριθούμε με τους όρους μας. Πάντοτε, να θυμόμαστε ότι ό,τι κι αν προτείνουμε, η στάση πρέπει να μην είναι αμυντική αλλά να υποστηρίζει την πρόσθετη αξία που φέρνουμε στον οργανισμό για τον οποίο δουλεύουμε. Κάθε φορά που θα καταπατήσουμε το δικό μας όριο πρέπει να δημιουργήσουμε στον άλλο την υποχρέωση να μας το αναγνωρίσει».
Στις σχέσεις
Συνθήκη πρώτη: «Όταν ο άλλος απέναντί μας καταλαβαίνουμε ότι έχει “φορτώσει” με νεύρα, δεν δουλεύουν τα επιχειρήματα. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τον κοιτάξουμε στα μάτια και με όλο το νοιάξιμο για τη σχέση που έχει σημασία για εμάς, θα του πούμε: Αυτό το θέμα, θα το συζητήσουμε μόλις ηρεμήσεις. Βρες την οποιαδήποτε δικαιολογία για να αποσυμφορηθεί η κατάσταση».
Συνθήκη δεύτερη: «Υπάρχουν μερικές φιλίες ή σχέσεις όπου δομείται το εξής μοτίβο: Ο ένας ζητά, ζητά, ζητά κι ο άλλος δίνει, δίνει, δίνει. Είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε πότε ένας άνθρωπος ανήκει στον κλειστό κύκλο των κολλητών φίλων και πότε στον εξωτερικό των γνωστών μου».
Ένας ορισμός για την τοξική σχέση
«Η έλλειψη της αμοιβαιότητας. Τοξική σχέση είναι όταν αυτά για τα οποία κάνω υπομονή είναι πολύ περισσότερα από αυτά που με τρέφουν και με κρατούν σε αυτήν».
Τα social media στις σχέσεις
«Έχουμε έναν ηδονιστικό καταιγισμό από τα social media. Όταν μπαίνουμε σε μία σχέση συμπόρευσης, αυτό που συμβαίνει ότι ανοίγουμε ο ένας στον άλλο τις ιδιαιτερότητές μας και άρα, θα συγκρουστούμε, δεν υπάρχει περίπτωση. Η υγεία της σχέσης όμως είναι να αντιμετωπίζουμε αυτά τα συναισθήματα που θα ανακύψουν και όχι να τα πνίξουμε κάνοντας scroll στο κινητό μας. Δε μαθαίνουμε να χωράμε μέσα μας τα αρνητικά συναισθήματα κι έτσι, τα συσσωρεύουμε, με αποτέλεσμα, να σκάμε.

Γιατί λέμε ακόμα «όχι» στην ψυχοθεραπεία
«Πολύς κόσμος θα πει ότι είναι οικονομικό το θέμα και εγώ θα πω ότι δεν είναι ποτέ αυτό. Αν κάποιος θέλει τα δώρα της ψυχοθεραπείας, υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι είτε να πληρώσει πολύ λίγο είτε να βρει δωρεάν δημόσιες δομές που παρέχουν αυτήν την δυνατότητα. Δεν είναι λοιπόν το θέμα οικονομικό».
Για την Αγνή, οι αιτίες είναι δύο. «Η πρώτη είναι αυτό το “εγώ δουλεύω πάρα πολύ με τον εαυτό μου” και είναι η καλύτερη δικαιολογία που μπορεί να βρει για να μην στριμώξει τον εαυτό του. Η άλλη είναι ότι πολύ συχνά, μας προξενεί δέος και βαθύ τρόμο η ψυχοθεραπεία γιατί σκεφτόμαστε ότι όσα έχουμε θάψει με τόσο κόπο, όσα έχουμε ξεχάσει θα ξαναβγούν στην επιφάνεια. Με αυτήν την έννοια του “τι να το ψάχνουμε τώρα”. Να ξέρουμε όμως ότι όλα αυτά που έχουμε ζήσει και έχουμε καταφέρει να επιβιώσουμε με αυτά είναι πολύ σημαντικά και δεν τα αφήνουμε πίσω. Το ακριβώς αντίθετο, τα κουβαλάμε. Δημιουργούμε πάνω σε αυτά μοτίβα, σχέσεις.
Coaching Vs Ψυχολογίας
«Το coaching είναι η διαδικασία κατά την οποία μπορείς να πάρεις συμβουλές και κατευθύνσεις μέσα από την επικοινωνία. Είναι μία light μορφή υποστήριξης. Δεν είναι μία θεραπευτική διαδικασία. Η ψυχολογία θέλει να σκύψει πάνω από τα τραύματα και τα βιώματά μας, πάνω από αυτά τα κομμάτια της ζωής και της ψυχής μας Το κριτήριο της πρώτης επίσκεψης είναι να νιώσω ότι ολοκληρώνοντάς τη, αγγίχτηκε κάτι μέσα μου.
Μία υπενθύμιση
«Δεν έχουμε να αποδείξουμε σε κανέναν τίποτα».