Μικρό Χορν, ώρα 17.30. Στο σκηνικό της παράστασης Το Πέμπτο Βήμα στην οποία και πρωταγωνιστεί μαζί με τον Παντελή Δεντάκη σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Χρυσανθόπουλου, ξεκινάει μία συζήτηση περί θεάτρου, τηλεόρασης, κινηματογράφου και άλλων δαιμονιών που μας φέρνουν πιο κοντά ή και πολύ πιο μακριά από τους καλλιτέχνες.
Η απόσταση μεταξύ κοινού και σκηνής
«Το πώς εξελίσσεται ο κόσμος, το βλέπεις κι από τις αντιδράσεις του κοινού. Χρόνο με το χρόνο, γίνεται όλο και πιο φρικτή η συμπεριφορά του. Αυτήν τη στιγμή, υπάρχει ένα τεράστιο κενό ανάμεσα σε εμάς και το κοινό. Το θέατρο στην Ελλάδα κατά την προσωπική μου άποψη και το δικό μου γούστο, ευτελίζεται χρόνο με το χρόνο. Πιστεύω ότι πια, ο κόσμος απαιτεί πράγματα. Θέλει να ξεσπάσει και να είναι αφεντικό εκεί όπου μπορεί να είναι. Ακριβώς το ίδιο, συμβαίνει και στο θέατρο. Το κοινό αυτήν τη στιγμή πάει και βλέπει παραστάσεις τις οποίες θέλει να τις καταλαβαίνει. Αυτήν τη στιγμή ή υπάρχει η αναπαράσταση ή η συναισθηματική εμπλοκή. Θα σε κάνω να κλάψεις, να γελάσεις, να συγκινηθείς -άμεσα συναισθήματα τα οποία ανακουφίζουν μεν αλλά δεν έχουν κάποιο όφελος».
«Το κοινό δεν αντέχει πια να κάθεται σε μια καρέκλα. Ο κόσμος θέλει πια να τα ζει αυτά που παρακολουθεί. Θέλουμε να βλέπουμε 3D να είναι αληθινά, να τα βιώνουμε, να είναι μία εμπειρία, το λεγόμενο experience. Εγώ, δε συμφωνώ καθόλου, θεωρώ ότι η τέχνη είναι μία άλλου είδους εμπειρία».
Το Πέμπτο Βήμα
«Είμαστε δύο ηθοποιοί σε ένα έργο που το έχει σκηνοθετήσει ηθοποιός, είναι ένα “ηθοποιίστικο” έργο. Δε θα δει ο κόσμος “σκηνοθετικές φιοριτούρες” αλλά μία παράσταση που έχει λόγο, επιχειρήματα, χαρακτήρες. Αφορά στη σχέση δύο ανθρώπων που βρίσκονται στους Α.Α. (σ.σ.: Ανώνυμους Αλκοολικούς), μέχρι εκεί μπορώ να πω».
Η πρώτη παράσταση, η δεύτερη (δική του) ταινία και τα παιδιά
«Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν ένα παιδικό στο Θέατρο Πόρτα. Εκεί, ανοίχτηκαν ουσιαστικά οι πόρτες για μένα κι άρχισα να αναζητώ τον εαυτό μου και κατάλαβα πόσα προβλήματα έχω. Το παιδί έχει μια αμεσότητα στον τρόπο που εκφράζεται. Αν βαρεθεί, θα στο δείξει. Σε βάζει σε μία διαδικασία λοιπόν να είσαι εκεί όχι για να το κρατήσεις απαραίτητα αλλά για να του πεις μια ιστορία».
«Η δεύτερη προσωπική μου ταινία μικρού μήκους λέγεται Κατά του Αλέκτορος. Διαδραματίζεται Πάσχα σε ένα Ιδιωτικό Σχολείο, στην γιορτή για τα Πάθη του Χριστού. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι το παιδάκι που είναι να κάνει το Χριστό αρρωσταίνει οπότε αναλαμβάνει το ρόλο του το παιδάκι που θα έκανε τον πετεινό. Ήταν φανταστική αυτή η εμπειρία με τα παιδάκια. Είναι τόσο ευφυή τα παιδιά. Αυτή η αθωότητα της αλήθειας και του ψέμματος κυρίως, είναι αφοπλιστική».
«Σκέφτομαι ότι είμαι μεγάλος για να προλάβω να ζήσω τη στιγμή να παίζω με ένα AI επί σκηνής».

Παραστάσεις που ήταν συναντήσεις, μία αναδρομή
«Σκεφτόμουν τις προάλλες ότι η μόνη επιτυχία που έχω κάνει είναι το Mistero Buffo. Δεν έχω παίξει σε καμία άλλη παράσταση που να πήγε δεύτερη χρονιά. Δεν το βρίσκω απαραίτητα αρνητικό, απλά λέω “κοίτα να δεις”». Σε αυτό το σημείο γελάμε καθώς η συγκεκριμένη ανήκει στις πιο αγαπημένες παραστάσεις που έχω δει και παρά το γεγονός ότι και στη Δωδέκατη Νύχτα σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου ήταν τόσο καταπληκτικός που του άξιζε να τιμηθεί με το Βραβείο Χορν όπως και συνέβη, θα στήριζε μία βράβευση κι από την συγκεκριμένη παράστασεις. Μετά, συνεχίσαμε με τις συναντήσεις-σταθμούς.
«Η συνάντησή μου με τον Λευτέρη Βογιατζή είναι πολύ σημαντική γιατί ήταν αυτός ο άνθρωπος που ήταν. Η συνάντησή μου με τον Νίκο Μαστοράκη στο Mefisto, μία παράσταση που αγάπησα πάρα πολύ. Μία εξίσου σημαντική παράσταση ήταν ο Μακμπέθ που κάναμε με το Θανάση Δόβρη παρά το γεγονός ότι δεν πήγε καλά. Με μετακίνησε αυτή η παράσταση. Η επαφή με το Σαίξπηρ εκείνη την εποχή -όσο ηθοποιίστικο κι αν ακούγεται- με μετακίνησε ουσιαστικά. Θα κλείσω με την παράσταση ο Τίποτας (σ.σ.: Την οποία σκηνοθετούσε και έπαιζε ο ίδιος). Ήταν μία παράσταση που με βοήθησε να βρω το κέντρο μου. Ήθελα να κάνω αυτό το υβριδικό κομμάτι του ποιος είναι ο ηθοποιός και ποιος ο ρόλος του όχι μόνο για να το επικοινωνήσω αλλά και για να το εντοπίσω εγώ ο ίδιος. Να δω τι σημαίνει να είσαι ενεργητικό και παθητικό κοινό. Εσωτερικά, αισθάνθηκα ότι θέλω να κάνω αυτό το βήμα μετά την ταινία “Tokakis, or what’s my name” (σ.σ.: Η πρώτη κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους που έγραψε, έπαιξε και σκηνοθέτησε)».
Γράφοντας ρόλους, φτιάχνοντας ταινίες, παίζοντας σε αυτές
«Για να κάνεις μία ταινία στην Ελλάδα μέσα σου λες “είμαι τρελός, πάω να αυτοκτονήσω”. Μου αρέσει πάρα πολύ το σινεμά. Ξεκίνησα να γράφω γιατί ήθελα να φτιάχνω κινηματογραφικούς ρόλους για μένα. Μετά, μεγάλωσα και κατάλαβα ότι υπάρχει άλλος κόσμος για να το κάνει αυτό».
«Ταινίες, έχω κάνει πολλές και διαφορετικές ωστόσο, είναι τόσο έντονη η διαδικασία των δικών μου ταινιών που όσο καλά κι αν έχω περάσει αλλού, είναι ένα κομμάτι μου που περνάω μαζί του χρόνια ολόκληρα».
Κι ύστερα, ήρθε η τηλεόραση
«Το 50-50 σίγουρα ήταν μία σειρά που με διαμόρφωσε και μου έδωσε πολλή διαφορετική εμπειρία».
«Το Έτερος Εγώ ήταν μία πάρα πολύ ωραία εμπειρία. Όποιος συνεργάζεται με το Σωτήρη Τσαφούλια είναι ευλογία γιατί είναι ένας καλός, ευγενής άνθρωπος που ξέρει τι θέλει και ξέρει καλά τη δουλειά. Στο σετ υπάρχει χαρά, αγάπη, δεν υπάρχει καμία τοξικότητα ότι κάνουμε κάτι τρομερό. Εμένα μου ταιριάζει πάρα πολύ».
Και, η αναγνωρισιμότητα
«Ξέρω πότε παίζονται οι επαναλήψεις στην τηλεόραση από την ξαφνική προσέγγιση του κόσμου που μου λέει ότι κάτι του θυμίζω».
«Πέρασα από πάρα πολλά στάδια με το κομμάτι της δημοσιότητας. Θυμάμαι την πρώτη φορά που με αναγνώρισαν στο δρόμο. Αισθανόμουν συνέχεια ότι κάποιος με κοιτάζει. Τώρα, έχει πλάκα δεν το παίρνω πολύ σοβαρά».
Κάμερα Vs Σκηνής σημειώσατε άσσο
«Φοβάμαι πιο πολύ την κάμερα, ακόμα. Στο θέατρο αισθάνομαι πιο ασφαλής. Η κάμερα γράφει περισσότερη ψυχή, περισσότερη αλήθεια. Στην κάμερα, είσαι τελείως γυμνός κι αυτή η έκθεση, ακόμα με φοβίζει. Το βρίσκω υγιές. Όταν εκτίθεσαι, υπάρχει ένας κίνδυνος και είναι καλό να υπάρχει αυτός ο κίνδυνος γιατί εκφράζεσαι. Στο θέατρο υπάρχει η -αν μπορώ να την πω- ευκολία ότι πας παρακάτω».
«Έχω παλέψει για να μπορώ να προσαρμοστώ στο σινεμά, για να μπορώ εκεί να υπάρχω».
Ο υπερβατικός διαλογισμός και ο Λιντς
«Κάνω υπερβατικό διαλογισμό. Είναι ένας διαλογισμός που έχει διαδώσει πάρα πολύ ο Ντέιβιντ Λιντς. Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα κορόιδευα, δεν πίστευα ότι μπορούν να λειτουργήσουν στο Δυτικό Πολιτισμό, ωστόσο, νομίζω ότι ακόμα κι αν δεν κάνει κάτι δύο εικοσάλεπτα την ημέρα, είμαι εγώ κι ο εαυτός μου, πόσο άσχημα μπορεί να πάει αυτό;»
Συμπληρώσεις
Η τελευταία ταινία που είδε και του άρεσε πολύ: «Η Βουγονία».
Θα έπινε ποτό: «Με τον Μάρτιν Σκορτσέζε».
Θα έκανε παρέα: «Με τον Μπιλ Μάρεϊ».
Για το 2026 εύχεται: «Γαλήνη. Είναι μια πολύ σημαντική λέξη για μένα τα τελευταία χρόνια, εμπεριέχει πάρα πολλά πράγματα μέσα και σε προσωπικό επίπεδο και σε κοινωνικό πλαίσιο».