Ξεκίνησε την πυγμαχία το 2009, για να αποδείξει στον πατέρα του, ότι δεν το έχει αυτό το άθλημα. Κατέληξε να είναι δέκα φορές πρωταθλητής σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες, αρχηγός της εθνικής ομάδας και της ομάδας του Ολυμπιακού και τώρα που μιλάμε να συνεχίζει την επαγγελματική του καριέρα στην πυγμαχία τόσο σαν αθλητής όσο και ως προπονητής. Ας υποδεχτούμε, τον Παύλο Τσαγκράκο.
«Με παίρνει τηλέφωνο ο πατέρας μου και μου λέει “Έχει πρωτάθλημα παίδων, θα παίξεις;” Εγώ μέχρι τότε, έκανα σκέιτ. Του απάντησα ωστόσο θετικά για να με αφήσει ήσυχο. Έκανα προπόνηση δύο μήνες χωρίς να ξέρω τι κάνω ακριβώς. Έπαιζα λίγο σπίτι με στόχους με τον πατέρα μου κι αυτό ήταν. Βρίσκομαι λοιπόν στη Θεσσαλονίκη χωρίς να έχω πολυ-καταλάβει τι γίνεται και σχεδόν παίζουμε. Είμαι με αθλητικό παπούτσι, χωρίς πυγμαχικά μποτάκια. Ακούω ξαφνικά το όνομά μου, και με πιάνουν κάτι κλάματα. Σκέφτομαι “τι κάνω εγώ εδώ”. Έρχεται λοιπόν ο θείος μου, μου λέει κάτι δικά του για να με ανεβάσει και, να μαι μέσα στο ρινγκ.
Δε θυμάμαι τίποτα άλλο. Τρώω κάτι flashbacks ότι χτυπάω και ότι πιάνουν τα χέρια μου το πρόσωπο ενός ανθρώπου. Θυμάμαι ότι στο δεύτερο γύρο, σηκώνω το χέρι και του δίνω ένα αριστερό στη μύτη. Εκείνη, σπάει και ο αγώνας σταματάει. Knockout. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Ξαφνικά, έρχεται ένας μου σηκώνει το χέρι και λέω “πωπω, τέλειο”. Δεν έχω ξαναζήσει τέτοιο συναίσθημα ποτέ. Παίζω το δεύτερο αγώνα, κερδίζω σε δέκα δευτερόλεπτα και στον τελικό, κερδίζω στον πρώτο γύρο, πάλι με διακοπή (σ.σ.: knockout). Φανταστικό. Γύρισα πίσω στο σχολείο, και έλεγαν “α, ο πρωταθλητής”. Πέρα από το δικό μου, που ένιωθα περήφανος για τον εαυτό μου, κατάλαβα ότι είναι περήφανοι και άλλοι για μένα. Και κάπως έτσι, είπα: “Θα παίξω μποξ τελικά”.
Την επόμενη χρονιά, έγινα από τους πιο τεμπέληδες αθλητές που έχεις δει. Νόμιζα ότι χωρίς προπόνηση θα κερδίσω επειδή αυτό συνέβη και την πρώτη φορά. Έχασα στο αντίστοιχο πρωτάθλημα και αυτή η ήττα ήταν το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί. Τότε ήταν που είπα ότι “δεν πρόκειται να ξαναχάσω με τίποτα” και όντως, στην Ελλάδα, έχω να χάσω από το 2010.

Η οικογένειά μου, μας μεγάλωνε με γάντια. Αν έπαιζες μπάλα και τέτοια, ήσουν περίεργο παιδί. Την πρώτη μου μπουνιά, πρέπει να την έδωσα γύρω στα επτά μου. Μου άρεσε. Είχα απλώς πάντα στο μυαλό μου ότι αν με χτυπήσουν θα πονέσω, ότι θα γίνω άσχημος. Δεν ήθελα να ασχοληθώ με κάτι πέρα από τους στόχους. Στα δώδεκα, έβαλα γάντια, άρπαξα δύο-τρεις μπουνιές και δε μου άρεσε. Έφυγα.
Knockout δεν έχω βγει ποτέ. Ο ξάδερφός μου μου έχει κάνει κάτι ζημιές. Θυμάμαι μία φορά που δε φόραγα μασέλα, μου είχε κατεβάσει το χείλος.
Μία στιγμή έχω πει “τέλος, σταματάω”. Έκανα περίπου ένα χρόνο μποξ κι έρχεται ένας Αρμένιος πρωταθλητής της Σοβιετικής Ένωσης, πρωταθλητής Ευρώπης δεύτερος ή τρίτος δε θυμάμαι, που τον είχαμε τότε στην Εθνική Ελλάδος. Ο άνθρωπος είχε τουλάχιστον 300 αγώνες στο ενεργητικό του. Ήταν εν τω μεταξύ, πολύ κοντός και εννοείται τα είχε όλα σπασμένα πάνω του. Όταν λοιπόν, μου είπαν “θα βάλεις γάντια με αυτόν”, εγώ, μην έχοντας ιδέα ποιος είναι σκέφτηκα ότι θα τον κάνω κομμάτια. Πιο πολύ ξύλο στη ζωή μου, δεν έχω φάει ποτέ. Με έκανε κομμάτια. Με θυμάμαι να πηγαίνω στο ΣΕΦ που κάναμε προπόνηση και να κοιτάω αν είναι μέσα. Αν ήταν, έφευγα. Σταμάτησα να φοβάμαι γιατί είχα φάει τόσο πολύ ξύλο, που δε με ενδιέφερε.
Η πυγμαχία είναι ένα όχι και τόσο γνωστό άθλημα. Αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει πρώτον γιατί κάποιοι παλιοί αθλητές της, ασχολήθηκαν με το βράδυ. Δεν το λέω για να το κατακρίνω, απλά είναι ένα γεγονός που έκανε τους γονείς να μη θέλουν το παιδί τους να ασχοληθεί με ένα τέτοιο άθλημα γιατί στην ουσία, φοβούνται μία τέτοια πιθανή κατάληξη. Ένας δεύτερος λόγος, είναι οι ομοσπονδίες οι οποίες, δεν επενδύουν στους αθλητές τους. Αν ένα άθλημα δεν έχει διακρίσεις στο εξωτερικό είτε στην ολυμπιάδα είτε σε παγκόσμια ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, δεν έχει και λόγο ένας επενδυτής ή χορηγός να “πέσει” πάνω του. Τρίτον, τώρα με τα SoMe και εφόσον γίνονται αγώνες, θα έπρεπε οι αθλητές να προμοτάρουν στο μέγιστο βαθμό τους εαυτούς τους: Την προπόνηση, τη ζωή και γενικότερα, τον αγώνα τους ώστε να μπορεί να έρθει κόσμος να τους δει. Αν ο άλλος δεν σε ξέρει, γιατί να πληρώσει εισιτήριο να έρθει να σε δει;

Ο κόσμος της πυγμαχίας, θέλει να βγάζει ένα σκληρό πρόσωπο. Μπερδεύουν το να έχεις όρια σαν άνθρωπος με το να μη λες ούτε μία καλημέρα. Εγώ, δεν είμαι έτσι. Θέλω να δείξω -τόσο μέσα από τους μαθητές μου εδώ στο γυμναστήριο όσο και μέσω των SoMe- ότι μέσα από ένα τόσο σκληρό άθλημα μαθαίνεις όχι μόνο να διαχειρίζεσαι τα δικά σου συναισθήματα αλλά, και των άλλων. Είναι άθλημα, δεν είναι μόνο μπουνιές.
Όταν νευριάζεις με το παραμικρό, είσαι οξύθυμος. Κάνοντας μποξ, χτυπιέσαι τόσο πολύ στην προπόνηση που ηρεμείς μέσα σου, μαθαίνεις να ελέγχεις αυτό το συναίσθημα γιατί αν νευριάσεις την ώρα που είσαι στο ρινγκ με έναν έμπειρο αθλητή, δεν θα ξέρεις από πού σου έρχεται. Τα παιδιά που τσακώνονται έξω, σταματούν, στατιστικά, όταν έρχονται εδώ. Αντίστοιχα, τα παιδιά που δέχονται μπούλινγκ, μαθαίνουν πώς να υπερασπίζονται τον εαυτό τους.
Οι γυναίκες, δε χτυπιούνται, συνήθως. Έρχονται εδώ και εξελίσσονται σε ένα άθλημα. Μαθαίνουν και κάποιες αυτοάμυνες για να τις χρησιμποιήσουν έξω αλλά για μένα, αυτό είναι επικίνδυνο.
Ισχύει ότι όσο πιο πολύ χτυπιέσαι στο κεφάλι, κάπως την ακούς αλλά αυτό συμβαίνει στα πολλά knockout. Ερασιτέχνες αθλητές που δεν πρόκειται να παίξουν αγώνες, όσο κι αν χτυπιούνται στην προπόνηση, δεν πρόκειται να το πάθουν αυτό.
Θα ήθελα να δω να παίζει ή να κάνω προπόνηση με τον Μοχάμεντ Άλι ή το Μάρβιν Χάγκλερ.
Μου αρέσει όλο το μποξ. Όλες οι τεχνικές. Σίγουρα είμαι καλύτερος στην άμυνα γιατί η θεωρία μου είναι ότι “Αν καταφέρεις να μη χτυπηθείς, σίγουρα τον άλλο θα τον χτυπήσεις κάποια στιγμή”. Το μποξ είναι σκάκι, κάνεις κάποιες κινήσεις έτσι ώστε να μπορέσεις τον άλλο να τον τελειώσεις. Πριν από έναν αγώνα, θέλω να μαθαίνω μέχρι και πότε πηγαίνει τουαλέτα ο αντίπαλός μου. Πότε κουράζεται, πότε χτυπάει. Τα πάντα. Αρκετά βράδια της προετοιμασίας, κάνω διαλογισμό και σκέφτομαι τον αγώνα. Δεν μπορείς να μπεις πνευματικά απροετοίμαστος.
Σε πέντε χρόνια από τώρα, θα κάνω κάποιους από τους τελευταίους μου αγώνες και θα ήθελα κάποια στιγμή, να γεμίσω ένα στάδιο όπως το καλλιμάρμαρο. Είμαστε στην Ελλάδα, μια χώρα όπου το επίπεδο στην Ελλάδα είναι αρκετά ανεβασμένο στη νέα γενιά πυγμάχων, αν λοιπόν έχω να ευχηθώ κάτι για τη διεθνή ημέρα της πυγμαχίας θα ήταν να βγάλουμε έναν παγκόσμιο αθλητή και έναν ολυμπιονίκη. Μας αξίζει με τόση ιστορία στην πάλη να «το σηκώσουμε».

Photos boxing ©Angelica Ender