Εκείνο το μεσημέρι, το Θέατρο Βασιλάκου ήταν γεμάτο. Όχι από κόσμο που ήρθε να παρακολουθήσει μία παράσταση αλλά από αυτόν που εργάζεται για να μπορεί το πρώτο να χειροκροτήσει με την ησυχία του. Οι πρόβες της παράστασης «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» σε μετάφραση και σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου -στην οποία πρωταγωνιστεί- θα ξεκινούσαν σε μία ώρα. Μέχρι τότε…

     

    Από τη Μηχανή του Τούρινγκ μέχρι τον Άσχημο

    «Είναι μία φυσική συνέχεια από τη στιγμή που παραμένεις συνδεδεμένος με έναν δικό σου τρόπο με αυτήν τη διαδικασία. Το ότι αυτές οι παραστάσεις πήγαν και καλά ήταν κάτι που “ντύνει” το όλο εγχείρημα με μία φαινομενική επιτυχία αλλά για μένα, η διαδικασία έχει πάντα νόημα. Η συνάντηση με τον Οδυσσέα (σ.σ.: Παπασπηλιόπουλο) και ο τρόπος που δουλέψαμε στη Μηχανή του Τούρινγκ, εδώ, σε αυτό το θέατρο. Το πώς σιγά σιγά άρχισε να το γνωρίζει ο κόσμος, το πόσος χώρος δώθηκε και από την εταιρεία παραγωγής μας γιατί είναι κι αυτό πολύ σημαντικό. Το ίδιο ισχύει και για τον Άσχημο. Εγώ επομένως ήμουν πολύ χαρούμενος και θεωρούσα ότι έχουν εκπληρωθεί αυτά που ήθελα από πριν ξεκινήσουν οι παραστάσεις. Έτσι και τώρα, νιώθω ότι είχε νόημα για όλους μας αυτή η νέα συνάντηση σε αυτό το θέατρο».

     

    Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα

    «Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο έργο. Δεν το έχουμε ξαναδεί, είναι το πρώτο του ανέβασμα από όταν γράφτηκε 100 χρόνια πριν. Η πλοκή είναι μία αφορμή για να παιχνιδίσεις στο θέατρο με όλα αυτά τα εργαλεία που αυτό σου δίνει».

     

    Οι θεατρικές παραστάσεις και τα απροσδόκητα sold out  τους

    «Δεν ξέρω αν έχει να κάνει και με αυτό το μικροβιάκι, το FOMO που λέμε, ότι ο κόσμος μπαίνει στη διαδικασία από πολύ νωρίς να κλείσει μία παράσταση που έχει ακούσει ότι δεν πρέπει να χάσει χωρίς να ξέρει ωστόσο, αν όντως δε θέλει ο ίδιος να τη χάσει. Το sold out για μένα, σε κρατάει σε μία απόσταση.  Συναντάς ανθρώπους στην πλατεία που δεν θυμούνται πότε ακριβώς έκλεισαν το εισιτήριό τους ούτε γιατί».

     

    Το FOMO που δεν έχει, εκτός αν μιλάμε για επιτραπέζιο

    «Δεν παθαίνω συχνά. Σαν καταναλωτής, το παθαίνω μόνο όταν έχει να κάνει με το χόμπι μου με τα επιτραπέζια, εκεί το παθαίνω πού και πού όταν λένε για παράδειγμα ότι κάποια επιτραπέζια θα γίνουν out of print. Εκεί, ενώ δεν τα θέλω καθόλου στην πραγματικότητα, σκέφτομαι να τα πάρω μην τυχόν και».

     

    Ο Ορφέας και τα επιτραπέζια
    Όποιος ξέρει τον Ορφέα ξέρει και το κόλλημά του με τα επιτραπέζια. Επίσης, όποιος γνωρίζει τον Ορφέα καλύτερα, το πιο πιθανό είναι να κολλήσει κι αυτός, αυτήν του την αγάπη για παιχνίδι. «Μπαίνουν κι άλλοι στο χόμπι συνεχώς. Στον Άσχημο, ανάμεσα από τις διπλές παραστάσεις έφερνα καρτοπαίχνιδα και παίζαμε με τα παιδιά της παράστασης. Τη συλλογή την περιορίζω να αναπνέει, ό,τι δεν παίζεται φεύγει».

    Μια δύσκολη ιστορία από τον Σασμό

    «Μεσημέρι. Ψυρρή. Ήμουν στο δρόμο, ο Αχιλλέας ήταν μωρό, μηνών δηλαδή, τον είχα αγκαλιά στον ώμο μου και κοιμόταν. Σε αυτήν την κατάσταση, με πλησιάζει ένας τύπος με τον επτάχρονο γιο του, με πιάνει αγκαλιά κατευθείαν χωρίς καλησπέρα, χωρίς να ρωτήσει κάτι και ετοιμάζεται να βγάλει φωτογραφία μαζί μου. Δε χαμογέλασε, δεν είπε τίποτα. Τον απομάκρυνα ρωτώντας τον τι κάνει. Θύμωσε κι έφυγε. Στράβωσε τόσο πολύ που μου έστειλε μετά ένα υβριστικό μήνυμα στα social. Αυτό ήταν ακραίο και έχει ενδιαφέρον να το παρατηρήσουμε ως προς το τι δικαιώματα έχει ο καθένας και πόσο σπουδαία είναι αυτή η εποχή δικαιωματισμού την οποία βιώνουμε».

    orf

     

    Η όμορφη ιστορία από το θερινό

    Στους γονείς του Ορφέα ανήκε το Σινέ Ψυρρή και όχι μόνο.

    «Το θερινό που θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια είναι το Σινέ Αμόρε, πάνω από το θέατρο. Και εκείνο, ήταν οικογενειακή επιχείρηση. Δούλευε ο αδερφός της μαμάς μου, πολλοί οικογενειακοί φίλοι, πολλοί ηθοποιοί. Θυμάμαι μία μέρα, που έπαιζε το Dead Man του Τζάρμους, μία ταινία που είχα κολλήσει. Την έβλεπα και την ξαναέβλεπα. Είχε τελειώσει η πρώτη προβολή, είχε ξεκινήσει η δεύτερη και η μητέρα μου μου έλεγε “άντε πάμε, έχεις αύριο σχολείο” και εγώ αρχίζω να περπατάω ενώ παράλληλα συνεχίζω να παρακολουθώ την ταινία. Το αποτέλεσμα ήταν να σκάσω στον τοίχο και να σπάσω το δόντι μου».

     

    Τα σινεμά που κλείνουν

    «Κάθε αλλαγή εποχής φέρνει αναστάτωση σε αυτούς που την οικειοποιήθηκαν και που κάποτε, τους σύστησε τον κόσμο. Ούτε το ίντερνετ ούτε το τικ τοκ ούτε το κινητό, το σινεμά ήταν που μας έδειξε εμάς το δρόμο κι αυτός ο δρόμος, ήταν μονόδρομος».

     

    Οι σειρές που (δε) βλέπει

    «Βλέπω, πολύ πολύ ελεγχόμενα. Μετά όσο αντιστέκομαι λέω, αν είναι να αντισταθείς, βάλε να δεις μια ταινία. Το “Breaking Bad”, το είδα όλο και μου άρεσε και πάρα πολύ. Το “Game of Thrones” το είδα όλο και μου άρεσε μέχρι λίγο πριν το τέλος. Άξιζε ένα καλύτερο τέλος μια τόσο καλή σειρά».

     

    Τα Φαντάσματα ξανάρχονται

    «Στα Φαντάσματα ξεκινήσαμε με τη λογική να κάνουμε δέκα επεισόδια. Τα γυρίσαμε πέρσι το καλοκαίρι. Πήγε πολύ καλά ως σειρά με την έννοια ότι την αγάπησε ο κόσμος, είχε κάτι πολύ τρυφερό με έναν ιδιαίτερο τρόπο, οπότε έτσι, θα κάνουμε άλλα δέκα επεισόδια. Δε χρειάζεται να χορτάσουμε με όλα. Κάποιες φορές, είναι ωραίο να θέλουμε κι άλλο από το να μην θέλουμε άλλο».

     

    Η επιλογή του καθημερινού

    «Θα ξαναέκανα κάποια άλλη στιγμή, ξέροντας ακριβώς τις απαιτήσεις που θα μπορούσα να λείψω από το θέατρο μέσα μου. Τον Σασμό τον έκανα και τα τρία χρόνια με φουλ σεζόν θεατρική κι αυτό, εκείνη την περίοδο δεν κόστιζε τόσο γιατί το παιδί μου ήταν πολύ μικρό. Τώρα, δεν θα μπορούσα να λείπω 17 και 18 ώρες από το σπίτι, επτά στα επτά για τόσους πολλούς μήνες.

    Ήταν δική μου επιλογή να πηγαίνω στις επτά το πρωί για γύρισμα μέχρι τις έξι το απόγευμα και μετά, να έρχομαι εδώ σερί να παίζω τον Τούρινγκ. Αυτό, έδωσε τη δυνατότητα σε πολύ κόσμο να δώσει μία ευκαιρία και να έρθει να δει ένα μονόλογο γιατί ένιωθε οικεία με μένα λόγω του Σασμού. Κι αυτό, έφερε κι άλλο κόσμο».

     

    Το «εσύ έκανες τον Κρητικό στη Λούφα»

    «Το πέτυχα τις προάλλες στην τηλεόραση και το χάζευα. Είναι μικρές μηχανές του χρόνου για εμάς οι παλιές μας δουλειές. Βλέπεις και σκέφτεσαι ποιος ήσουν τότε, τι σκεφτόσουν εκείνη τη μέρα, τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ. Θυμάμαι τη φιλοδοξία που δεν είχα, να μη γίνω ηθοποιός».

     

    Η έκθεση και το «έτσι»

    «Από ένα σημείο και μετά, είναι πολύ μεγάλη η έκθεση και πολλές οι ψυχικές απαιτήσεις για να μπορείς να αιτιολογήσεις την παρουσία σου πάνω και να το κάνεις απλά, έτσι για να το κάνεις. Δεν γίνεται».

     

    Ένας σκηνοθέτης που θα ήθελε να πιει ποτό

    Του πήρα την αναμενόμενη επιλογή του Τζάρμους, διάλεξε Φελίνι. «Θα ήταν ένα ανεξάντλητο σύμπαν που θα ήθελα να χαθώ. Ξέρεις, να μπω σε αυτόν τον τρόπο που σκεφτόταν την τέχνη του. Θα τον ρωτούσα “τι σκέφτεσαι τώρα”».

     

    Μια ευχή για το 2026

    «Υγεία και ο καθένας να διαχειρίζεται το εδώ και το τώρα του όπως θέλει».