Συνάντησα τον Γιώργο Γεωργόπουλο λίγες μέρες μετά το σάρωμα της ταινίας του στα βραβεία Ίρις, τα εγχώρια Όσκαρ που απονείμει η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ απέσπασε επτά αγαλματίδια, ένα εξ αυτών της Καλύτερης Ταινίας, αλλά και αυτά της Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Σεναρίου για τον ίδιο. Δεν βρέθηκε στην τελετή καθώς έλειπε στο εξωτερικό για μία παρουσίαση της ταινίας στο Φεστιβάλ της Τρανσιλβανίας, το κινητό του όμως δεν είχε σταματήσει να δονείται κατά τη διάρκεια συνέντευξής του εκεί.
Στο Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ, την πρώτη τόσο καλή, καθαρόαιμη αθλητική ταινία του ελληνικού σινεμά εδώ και τουλάχιστον 35 χρόνια, ο Μορτ Κλωναράκη (γνωστότερεος από την κωμική σειρά Μπαμπά Σ’ αγαπώ) υποδύεται την Πάττυ, ή αλλιώς και Δάφνη. Μία ταλαντούχα αθλήτρια του τζούντο που εγκαταλείπει την Ικαρία για να μετακομίσει στην Αθήνα και να προπονηθεί με όνειρο τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί θα την αναλάβει ο Δάσκαλος Γιούρι, ένας δωρικός Βαγγέλης Μουρίκης με μία απροσδιόριστη μελαγχολία που επεξηγείται μετά το μεγάλο twist της ταινίας - ένα twist που, όπως λέει ο δημιουργός, «το πιστεύουν περισσότερο οι άντρες θεατές από τις γυναίκες». Τους πλαισιώνει, μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Οικονομίδης που ταΐζει τη Δάφνη σε ρόλο ιδιοκτήτη ταβέρνας, και ο Τάσος Νούσιας που τους εχθρεύεται ως προπονητής αντίπαλης ομάδας.
Το σενάριο γράφτηκε το 2017 στο Sundance Screenwriters Lab, ένα φυτώριο για οσκαρικούς δημιουργούς όπως ο Πολ Τόμας Άντερσον (Η Μία Μάχη Μετά την Άλλη) ή η Κλόι Τζάο (Η Χώρα των Νομάδων), και μπορεί να άλλαξε έκτοτε εξαιτίας του Me Too για λόγους που δεν θα προδώσω, το Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ όμως παρέμεινε στην καρδιά του ένα Karate Kid, με μία φρέσκια ματιά στη μετάβαση της Δάφνης από την ξεγνοιασιά της εφηβείας στον δύσκολο κόσμο της ενηλικίωσης. Η ταινία θα ανέβει μελλοντικά σε streaming πλατφόρμα, αναμένεται όμως να επανακυκλοφορήσει και στα θερινά σινεμά.
Για τον θρίαμβο στα βραβεία Ίρις:
Προσπαθώ να κρατώ απόσταση από τα βραβεία γενικά. Με την έννοια ότι τα βραβεία μας κάνουν να χάνουμε το focus μας στα πράγματα. Δεν έχω ποτέ στο μυαλό μου τα βραβεία, ούτε όταν κάνω μία ταινία, ούτε όταν την έχω τελειώσει. Φυσικά θα τη στείλουμε στα φεστιβάλ, στην Ακαδημία, να τη δουν οι συνάδελφοι, να ξέρουν ότι υπάρχει, να πάρουν χαρά οι συνεργάτες. Τα Ίρις με πέτυχαν σε ένα Q&A για την ταινία στη Ρουμανία, αλλά μου έρχονταν τα μηνύματα. Χάρηκα κυρίως μετά που έκανα μια βιντεοκλήση με τους συνεργάτες μου και τους είδα όλους τόσο χαρούμενους.
Για την ηρωίδα και το #MeToo:
Επέλεξα γυναικείο κεντρικό χαρακτήρα για μπούμε στον αθλητικό κόσμο με διαφορετικά μάτια. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η σχέση προπονητή-αθλητή και σίγουρα η σχέση ενός προπονητή μεγάλου σε ηλικία με μία έφηβη αθλήτρια είναι ακόμα πιο δύσκολη. Στον αθλητισμό υπήρχε πάντα η ιεραρχία, αλλά όταν οι σχέσεις γίνονται σχέσεις εξουσίας αρχίζουν τα προβλήματα που ξέρουμε όλοι. Υπήρξαν αλλαγές στο σενάριο από το 2017 που το πρωτοέγραψα γιατί προέκυψε το τσουνάμι του Me Too. Ξεκίνησε κιόλας από τον αθλητισμό και ήταν πολύ λογικό, γιατί εκεί όντως οι σχέσεις εξουσίας μπορούν να βρουν έδαφος. Έπρεπε να αφουγκραστώ το πώς νιώθει ένας άνθρωπος που έχει μια τέτοια ιστορία όταν βλέπει την ταινία. Οπότε μίλησα με πολύ κόσμο, κυρίως με γυναίκες, κατά τη διαδικασία της προπαραγωγής και της παραγωγής.

Για τη συνεργασία με τον Βαγγέλη Μουρίκη:
Είναι η τρίτη ταινία που κάνω με τον Βαγγέλη Μουρίκη. Τον είχα στο μυαλό μου από όταν έγραφα το σενάριο. Είχα το δικό του πρόσωπο στο μυαλό μου. Η πραγματικότητα μίας συνεργασίας με τους ηθοποιούς είναι να πηγαίνουν σε μονοπάτια που δεν έχεις σκεφτεί. Ο Βαγγέλης είναι σίγουρα ένας τέτοιος η θοποιός. Υποδύεται έναν χαρακτήρα που μπαίνει πάλι στον στίβο μάχης έχοντας πλέον ένα βαθύ τραύμα και έναν φόβο ότι μπορεί να του συμβεί το ίδιο.
Για την ανακάλυψη του Μορτ Κλωναράκη:
Κάναμε ένα κάστινγκ αρκετά μεγάλο, με πολύ κόσμο. Ο Μορτ έστειλε ένα self-tape σε ένα πράσινο δωμάτιο, παιδικό σχεδόν, και ήταν τόσο αυθόρμητος. Έψαχνα κάτι που να είναι της διπλανής πόρτας σαν φάτσα και vibe. Μου έκανε κλικ εξαρχής.
Για το DNA της αθλητικής ταινίας:
Έχω αγαπήσει από μικρός αυτές τις ταινίες και με εξιτάρει η απλότητά τους. Ήθελα να πάρω τη δομή της αθλητικής ταινίας όπως φτιάχτηκε μέχρι τα μέσα των 80's και να δουλέψω πάνω της. Έρχονται μεν κάποια θέματα πιο επίκαιρα στην ιστορία, αλλά παραμένει μία αθλητική ταινία για ένα αουτσάιντερ, όπου όλα, ό,τι και να γίνει, λύνονται σε μία τελική μάχη. Αυτό που προσπάθησα ήταν να επενδύσουμε στον παλμό των αθλητριών. Η τυπική προσέγγιση θα ήταν να είναι όλες οι αθλητικές σκηνές σε μικρά πλάνα για να δώσουμε ρυθμό και να καλύψουμε ατέλειες. Το πήγα τελείως αντίθετα, γιατί το θέμα ήταν να μείνουμε κοντά στους χαρακτήρες. Προσπάθησα να πάω με το flow των σωμάτων στους αγώνες.
Για το γυναικείο στοιχείο μπροστά και πίσω από τις κάμερες:
Η ταινία έχει έντονο το γυναικείο στοιχείο, και πίσω και μπροστά από τις κάμερες. Μου φάνηκε το σωστό σε σχέση με αυτή την ιστορία. Πρέπει η ομάδα να δένει με αυτό που πας να κάνεις. Δεν είναι απλό να είμαστε όλοι μεγαλύτεροι άνδρες απέναντι σε κορίτσια 20-23 ετών, κάπως πρέπει και αυτά να μπορούν να ακουμπήσουν κάπου. Λείπει αυτό το κλασικό ανταγωνιστικό στοιχείο που υπάρχει στις ανδρικές συνεργασίες, όπου μία κόντρα μπορεί να πάει αλλού μερικές φορές. Με ένα μικτό συνεργείο απορροφούνται οι κραδασμοί με ήπιο τρόπο, χωρίς οι γυναίκες να χάνουν τον δυναμισμό τους.
Για την υπογραφή του:
Οι προηγούμενες ταινίες μου δεν έχουν σχέση μεταξύ τους και ούτε οι επόμενες θα έχουν. Ξέρω πολύ καλά ότι, σε βάθος χρόνου, η υπογραφή μου θα υπάρχει ακριβώς όπως πρέπει να υπάρχει. Θα είναι στις ανθρωποκεντρικές προσεγγίσεις που κάνω στους χαρακτήρες και στις ιστορίες μου.