Ένα μπαρουτοκαπνισμένο πορτοκαλί φως γεμίζει τον κύκλο της σκηνής του Θεάτρου της Αρχαίας Επιδαύρου. Τα σώματα του χορού, εμφανίζονται. Έχουν φόβο. Έχουν αγανάκτηση. Έχουν ένα τρομερό κείμενο να μοιραστούν. Ακόμη και όταν μόνο κινούνται, πάλι μιλούν. Ουρλιάζουν. Φλέγονται. Σε μία από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης, ο αγγελιοφόρος (υποδυόμενος από τον Σταύρο Σβήγκο ίσως στην καλύτερη μέχρι τώρα ερμηνευτική του στιγμή) θα πει: «Κάθε μέρα ξυπνάω και πιο παιδί» και θα ζητήσει να «απολαμβάνουμε την ηδονή μέσα από τα πολλά μας βάσανα». Στη συνέχεια, ο Jeph Vagner -που έχει γράψει τη μουσική της παράστασης- θα συλλάβει την εξαιρετική σκέψη να εξελίξει τον ήχο μίας σειρήνας πολέμου σε μελωδία. Κίνηση. Έκφραση. Χορός (ένας από τους πιο δυνατούς που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στην Επίδαυρο). Και ένας Χρήστος Θεοδωρίδης να εκμεταλλεύεται εξαιρετικά κάθε σημείο του Θεάτρου και να σκηνοθετεί τον πόνο με τον δικό του μοναδικά ανθρώπινο τρόπο.

     

    Λίγο πριν συμβούν αυτά, μαζί με την Ξένια Θεμελή, μοιραστήκαμε μία ώρα και κάτι γουλιές καφέ να μιλήσαμε για τις εξαιρετικές παραστάσεις της ομάδας που δημιούργησαν μαζί με τον Χρήστο Θεοδωρίδη και ακούει στο όνομα: Η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων. Ένα όνομα που ταιριάζει εξαιρετικά στο στυλ παραστάσεων που ανεβάζουν οι οποίες ξεχωρίζουν για τη μουσική, την κίνηση και την απίστευτα απλή (με την έννοια του ανθρώπινη) έκφραση των ηθοποιών επί σκηνής.

     

    Κάθε άνθρωπος είναι πολύ διαφορετικός όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Υπάρχει μια επιθυμία τόσο στη συνδιδασκαλία με τον Χρήστο όσο και στις παραγωγές που κάνουμε να δούμε τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και να τον ενδυναμώσουμε. Δεν κουμπώνουμε σε έναν ηθοποιό τον ήρωα αλλά φέρνουμε τον ήρωα στα μέτρα του ηθοποιού.

     

    Πέρσι είχαμε μια πρόσκληση από το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας να κάνουμε το εργαστήριο Αρχαίου Δράματος που γίνεται κάθε χρόνο εκεί και τότε, ήταν που αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με το κείμενο των Περσών. Όπως και τώρα έτσι και τότε, το κείμενο είχε υποστεί δραματουργία από τον Χρήστο (σ.σ.: Θεοδωρίδη), δεν ήταν μόνο το αρχαίο. Τότε, ήρθαμε σε πρώτη επαφή με το κείμενο, όντας μέσα στη φύση. Ήταν σε εργαστηριακό επίπεδο αλλά ήταν πάρα πολύ ωραία. Αυτή λοιπόν, ήταν η αφορμή. Ύστερα ήρθε η πρόταση από το Φεστιβάλ Αθηνών να κάνουμε κάτι φέτος, οπότε έτσι ήρθαν οι Πέρσες.

     

    Το αρχαίο κείμενο μπορεί να είναι πιο λυρικό, πιο ποιητικό αλλά είναι κυριολεξία αυτό που συμβαίνει. Και όταν κυριολεκτείς, κάνεις την έννοια πανανθρώπινη.

     

    Είναι μεγάλος θίασος. Είναι 17 άτομα στο χορό συν 4. Το κείμενο κανονικά, έχει το χορό των γερόντων και η αρχική ιδέα του Χρήστου ήταν να δημιουργηθεί ένας ετερόκλητος χορός. Γι αυτό και έχουμε άτομα από 22 μέχρι 52 χρονών.

     

    Αυτό που θέλουμε είναι να είμαστε κοντά στον «φυσικό» άνθρωπο.

     

    Με τον Χρήστο ξεκινήσαμε από το Πανεπιστήμιο, κάναμε υποκριτική, θεατρολογία και παίζαμε παραστάσεις άλλων. Μετά, εκείνος συνέχισε στη Θεσσαλονίκη, εγώ πήγα στην Ελβετία και μετά από χρόνια κάπως τυχαία, βρεθήκαμε ξανά στην Αθήνα και ξεκινήσαμε την πρώτη μας παράσταση.

     

    Στην Ελβετία, είναι όλα πολύ τακτοποιημένα. Πολλά χρήματα, πήρα τρεις φορές επιχορήγηση από το χορό, οκ, αλλά ήθελα να δω τι με καίει πραγματικά. Και ταυτόχρονα, ήθελα να επιστρέψω στην Αθήνα -και όχι στη Θεσσαλονίκη- γιατί ήθελα να ασχοληθώ με τη γλώσσα. Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ότι θέλω να ασχοληθώ με το λόγο σε συνδυασμό με την κίνηση και ο Χρήστος που το έδωσε τόσο απλόχερα αυτό. Γι αυτό και δεν έχω μετανιώσει στιγμή που επέστρεψα παρά το γεγονός ότι εδώ τα πράγματα είναι όλα δύσκολα.

     

    Οι ελληνικές παραστάσεις δε φεύγουν έξω δυστυχώς. Πρέπει να έρθει κόσμος να το δει. Δεν υπάρχει budget να τους φέρουμε εδώ, να τους καλέσουμε. Εμείς θέλαμε να φέρουμε τον Βιριπάγιεφ, δεν είχαμε τα χρήματα να καλύψουμε τα αεροπορικά και τη διαμονή του.

     

    Δεν πιστεύω στην αλλαγή του ατόμου μετά από μία παράσταση. Το ελπίζω, γι αυτό και κάνω θέατρο -δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, έτσι μπορώ να επικοινωνήσω και να υπάρξω. Είναι όμως δύσκολο. Δεν μετακινούνται εύκολα οι ιδέες. Αν και, ο κόσμος ειδικά μετά τον covid έχει πολύ περισσότερη όρεξη να δει.

     

    Έπαθα πλάκα με το ενδιαφέρον των ανθρώπων να θέλουν να συμμετάσχουν στο «Συνέδριο για το Ιράν» να ακούσουν, να συνδιαλλαγούν. Μέσα στο κείμενο ήταν μόνο δύο οι ερωτήσεις που προτείνει ο Βιριπάγιεφ (σ.σ.: συγγραφέας της παράστασης), ωστόσο, υπήρξε παράσταση που ειπώθηκαν 14 ερωτήσεις.

     

    Δεν πιστεύω στα sold out. Γίνονται ναι, αλλά δεν τα καταλαβαίνω πολύ.

     

    Και στον Χρήστο και σε μένα, μας αρέσει πάρα πολύ ο χορός έτσι κι αλλιώς και το σώμα ούτως ή άλλως, αφηγείται.

     

    Δε νιώθω ότι χορογραφώ. Στις πρόβες είμαι πάντα εκεί και μου αρέσει να παρατηρώ, να καταλάβω τι είναι αυτός ο άνθρωπος που έχω μπροστά μου, ποια μπορεί να είναι η κίνησή του. Οι κινήσεις, βγαίνουν και μέσα από τη δραματουργία. Εμπνέομαι όμως και από την ομάδα. Δεν είμαι μία περίπτωση χορογράφου που πάει σε μία πρόβα και μετά, εμφανίζεται μετά από είκοσι μέρες, πόσο μάλλον όταν είναι δική μου η δουλειά.

     

    Η μουσική είναι κομμάτι μου. Πίσω από τη μουσική των παραστάσεών μας όμως είναι ο Χρήστος, ο οποίος έχει δουλέψει ούτως ή άλλως και Dj επαγγελματικά και έχει μία πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη μουσικών γνώσεων στο μυαλό του. Σκέφτεται μέσα από τη μουσική. Στις πρόβες, τα εργαστήριά μας υπάρχει πάντα μουσική. Πάντα κάτι ρέει.

     

    perses

     

    Στο «Ποιος Σκότωσε των Πατέρα μου» για παράδειγμα, παίζει το Total Eclipse of the Heart το οποίο αν και ήταν από τα αγαπημένα της εφηβείας μου, δεν θα το σκεφτόμουν, όμως ταιριάζει τόσο με την ανοιχτότητα.

     

    Η συνεργασία μας τώρα στους Πέρσες με τον Jeph είναι εξαιρετική. Πάντα όταν έχουμε μουσικούς συνθέτες είναι όμορφα αλλά τώρα ο Jeph είναι πάντα στις πρόβες. Έρχεται και κατευθείαν δοκιμάζει. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με τον Βασίλη Τοκάκη. Είναι φανταστικό όταν συμβαίνει.

     

    Είχαμε πάντα κοινό αλλά δεν είχαμε μεγάλη διάρκεια. Στο «Ποιος Σκότωσε τον Πατέρα μου», παίξαμε αρκετά και ναι, ίσως τότε να μας έμαθαν περισσότεροι. Ήταν μια πάρα πολύ ωραία διαδικασία αυτή.

     

    Φοβερή εμπειρία ήταν και το «Σε Εσάς που με Ακούτε» (σ.σ.: Ίσως από τις καλύτερες παραστάσεις της τελευταίας πενταετίας). Ήταν πάλι ένα έργο που το είχαμε δουλέψει σε εργαστήριο και στη Σχολή Υποκριτικής που διδάσκουμε και είχαμε πάει σε ηλικίες που ταίριαζαν πολύ στο έργο.

     

    Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει την ανάγκη να αλλάξει τα πράγματα. Να πει κάτι που τον αφορά αλλιώς δεν έχει απεύθυνση.

     

    Δεν μπορώ αυτήν τη στιγμή να ασχοληθώ με κάτι άλλο πέρα από αυτό που γίνεται τώρα στον κόσμο. Παιδιά σκοτώνονται, άνθρωποι χάνουν την πατρίδα τους. Αυτήν τη στιγμή αυτό με ενδιαφέρει να πω. Για τον άνθρωπο θέλω να μιλήσω.

     

    Μας ενδιαφέρει αυτό το τι είναι ο άνθρωπος, τι ζητάει, πώς σκέφτεται, στο τώρα. Προσπαθούμε αυτό που κάνουμε να τους αφορά όλους και όχι μία συγκεκριμένη ομάδα.

     

    Υγ: Αν για οποιοδήποτε λόγο έχασες την Ιεροτελεστία της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων που παιζόταν πέρσι στο Εθνικό Θέατρο, τη θεατρική σεζόν που έρχεται θα έχεις ακόμη μία ευκαιρία να την παρακολουθήσεις. Μην τη χάσεις.

    Συναντήσαμε τη χορογράφο-κινησιολόγο μίας εκ των πιο δυνατών και ανερχόμενων ομάδων της ελληνικής θεατρικής σκηνής λίγο πριν ταξιδέψει με τους «Πέρσες».