Κουστούμια. Κουστούμια. Κουστούμια. Στον κόσμο του Δημήτρη Σαμόλη, όλα είναι παραμύθι. Με την παράστασή του, Στρακαστρούκες, να μπαίνουν στον τέταρτο χρόνο επιτυχίας τους και με lives που γεμίζουν σχεδόν αμέσως μετά την ανακοίνωσή τους, μπορούμε να πούμε ότι στον δικό μας κόσμο, ο Δημήτρης Σαμόλης είναι χρώμα και χειροκρότημα.

     

    Αυτό που πιο πολύ από όλα μου αρέσει είναι να κάνω είναι να γράφω παραμύθια και να τα διηγούμαι σε κόσμο. Η έννοια του μύθου είναι που διατρέχει από την απαρχή του κόσμου τους λαούς. Μεγαλώνουμε με μύθους.

     

    Τα πρώτα παραμύθια τα έφτιαχνα στο κεφάλι μου όταν ήμουν στο σχολείο. Θυμάμαι ότι κοιτούσα τους καθηγητές, κουνούσα το κεφάλι καταφατικά και δεν άκουγα τίποτα από όσα έλεγαν. Φανταζόμουν πράγματα. Αστείες ιστορίες. Φαντασιωνόμουν πώς θα ήταν να μπει τώρα ένα πόνι και να μας πάρει μαζί του.

     

    Κάπως σαν παραμύθια βιώνω και τα τραγούδια και τα θεατρικά μου έργα.

     

    Κάποια στιγμή, θεωρώ ότι θα θεραπεύονται τα πάντα εκτός από τις ψυχικές νόσους. Αγγίζει πιστεύω το μυστήριο.

     

    Ο φαντασιακός χωροχρόνος είναι το safe place για όταν πονάμε.

     

    Δεν πιστεύω πολύ στο χρόνο, πιστεύω ότι έρχεται η στιγμή που γίνεσαι αυτό που είσαι.

     

    Είχα δώσει τρεις φορές εξετάσεις στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και είχα κοπεί και στις τρεις από την πρώτη φάση. Το είχα βάλει όμως σκοπό κι αυτό ήταν ένα πρώτο δίδαγμα ότι τελικά, αυτό που θες, στο τέλος είναι καταδικασμένο να το πετύχεις.

     

    Όταν μπήκα, δεν πήρα ούτε μία απουσία. Πήγαινα και με πυρετό.

     

    Αν κάτι σε μαθαίνει η Δραματική Σχολή είναι πώς να συνυπάρχεις με ανθρώπους που στην πραγματική ζωή, δε θα έκανες παρέα.

     

    Μπορεί εύκολα ένας ταλαντούχος άνθρωπος να μην έχει τα ψυχικά αποθέματα ή τα χαρακτηριστικά ώστε να συνεργάζεται με ανθρώπους που αντιπαθεί.

     

    Στα 13 μου έπαιξα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και λέω στον εαυτό μου, έχω όντως παίξει μαζί της; Και μάλιστα, ήταν η πρώτη μου παράσταση; Τη θυμάμαι. Έχω ακόμα την αίσθηση το να είμαι κοντά της. Δεν είχα καταλάβει ωστόσο πόσο μεγάλο ήταν αυτό που συνέβαινε. Όπως πήγαινα κολυμβητήριο και αγγλικά, πήγαινα και στην παράσταση.

    Διάβαζα σαν τρελός για να μην με κόψει ο πατέρας μου από το θέατρο. Έτσι, μπήκα και στη Νομική. Ως επιστήμη, μου τετραγώνισε το χάσιμο του καλλιτέχνη. Άσε που είχα και μια πετριά, να μπορώ να διαπραγματεύομαι τα συμβόλαιά μου.

    Ευχόμουν χρόνια να συμβεί αυτό που έγινε με τις Στρακαστρούκες. Δεν περίμενα ότι θα γινόταν με το πρώτο μου έργο. Τους κοιτάω εκεί στο κοινό πολλές φορές και σκέφτομαι «ποιοι είστε εσείς; Τι κάνετε εδώ;»

    Το κείμενο, το είχα πάει σε τρεις παραγωγούς και μου είπαν και οι τρεις, ότι δε θα πάει.

    Θα ήθελα να μην έχω τόσο έντονα το κομμάτι της επιτυχίας. Να μη με συνεπαίρνει τόσο. Θα ήθελα να μην έχω τόσο πολύ ανάγκη να μου πει ο άλλος το «μπράβο». Το έχω.

    Όλοι κάπως έχουμε ένα κομμάτι μοναξιάς. Όσο συνδεόμαστε τόσο απομακρυνόμαστε σε κάποιες φάσεις μας.

    Θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν μου έλεγε ένας θεατής ότι για μία ώρα και δέκα λεπτά που διαρκεί η παράσταση, επικοινωνήσαμε ουσιαστικά.

    Όταν δεν είμαι καλά και συναντάω κάποιον στο δρόμο, θα του πω ότι δεν είμαι καλά. Επίτηδες. Γιατί δεν μπορώ αυτό το «καλά είμαι, εσύ; Στείλε για έναν καφέ» κι αυτό να μη συμβεί ποτέ. Έχω ανάγκη τη βαθιά επικοινωνία. Νιώθω ότι είναι ουσιαστικό, είναι λυτρωτικό.

     

    Οι Στρακαστρούκες παίρνουν μια ανάσα και λένε: Κοίταξε, θα μιλήσουμε για κάποια πράγματα.

     

    Διαβάζω όλα τα μηνύματα που λαμβάνω στα social και δεν απαντάω γιατί όταν σου εκμυστηρεύεται κάτι κάποιος πρέπει να του δώσεις τον απαραίτητο χρόνο τον οποίο εγώ, δυστυχώς, δεν τον έχω.

     

    Στα live μου επειδή δεν υπηρετώ κάποιο σενάριο και υπάρχει μία ομάδα που είναι εξίσου ευφάνταστη με μένα, εκεί, είμαι ένα άλλο πράγμα.

     

    Υπάρχει μέσα μου η σκανταλιά ενός παιδιού γιατί ξέρω ότι αυτοί που έρχονται να με δουν, με το που θα ανέβω στη σκηνή, χαμογελάνε. Όλοι μας έχουμε μια πολύ μίζερη και γκρι στιγμή στη ζωή μας. Θέλω λοιπόν κάθε φορά που θα έρθεις να με δεις σε ένα live να δεις κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι ένας χώρος όπου μπορούμε να λέμε και να φοράμε ό,τι θέλουμε.

     

    Τα τραύματα για μένα, θέλουν συγκεκριμένα υφάσματα να τα αγγίζουν. Τα κουστούμια που φοράω είναι και ένας τρόπος αποπροσανατολισμού ώστε να μη δει ο κόσμος πόσο τραυματισμένος μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης.

     

    Αγαπώ πολύ τα σήριαλ εποχής και έχω υπάρξει σε δύο. Είμαι πολύ ανοιχτός σε ό,τι έρχεται. Αντιλαμβάνεσαι. Ξέρεις ότι αυτό το πράγμα είναι για μένα. Μου ήρθαν στα χέρια πράγματα που είπα όχι.

     

    Η τέχνη δεν είναι τόσο δημοκρατική. Πρέπει ένας να έχει το όραμα.