Η ιστορία του ξεκινά το 1925 στη Χίο, με ρίζες που ενώνουν τη Μικρά Ασία και την Κρήτη. Από παιδί δείχνει την κλίση του στη μουσική, γράφοντας τραγούδια και θρησκευτικές μελωδίες πριν καν ενηλικιωθεί. Το 1942, ακούγοντας τη 9η Συμφωνία του Μπετόβεν σε μια κινηματογραφική αίθουσα, νιώθει την αποκάλυψη και παίρνει την απόφαση πως η ζωή του θα δοθεί ολόκληρη στη μουσική.

    Οι σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, με δάσκαλο τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη, συμπέφτουν με τη συμμετοχή του στην ΕΠΟΝ και την Εθνική Αντίσταση. Εκείνη την περίοδο, γνωρίζει και τον Μάνο Χατζιδάκι. Η φιλία και η καλλιτεχνική τους συνομιλία τον βοηθούν να συνδυάσει την ελληνική παράδοση με τις λόγιες φόρμες της Δύσης. Στα χρόνια του Εμφυλίου και των εξοριών, στη Μακρόνησο και την Ικαρία, η μουσική του δεν σιγά. Αντίθετα, μετουσιώνεται σε μελωδική διαμαρτυρία για την ελευθερία, φωλιάζοντας μέσα στον πόνο.

    Στη δεκαετία του ’50, με έργα όπως ο «Ορφέας και Ευρυδίκη» και η «Αντιγόνη» ακούγεται στο Covent Garden. Η διεθνής αναγνώρισή του είναι πια γεγονός. Όμως ο Θεοδωράκης δεν μένει μόνο στα μεγάλα λυρικά θέατρα: Το όραμά του είναι να μιλήσει με τη μουσική στον εργάτη, τον φοιτητή, τον αγρότη, με ολόκληρη την κοινωνία.

    Η γέννηση ενός λαϊκού συμφωνικού ήχου

    Η τομή έρχεται με τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου το 1960. Η φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη και η μελοποιημένη ποίηση δημιουργούν ένα νέο ήχο, όπου το λαϊκό τραγούδι αγκαλιάζει το λόγιο στοιχείο. Ακολουθεί το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, έργο-σταθμός που ενώνει συμφωνική ορχήστρα, λαϊκή κομπανία και ψαλτικό ύφος, εκφράζοντας το συλλογικό βίωμα του ελληνικού λαού. Η «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου δίνει φωνή στη βαθιά ιστορική μνήμη ενός έθνους που αγωνίζεται να σταθεί όρθιο.

     

    Στα χρόνια που ακολουθούν, ο Θεοδωράκης μελοποιεί δεκάδες Έλληνες και ξένους ποιητές: Σεφέρη, Αναγνωστάκη, Λόρκα, Νερούδα, ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες της ποίησης προς το ευρύ κοινό. Τραγούδια που γίνονται καθημερινό άκουσμα σε σπίτια, ταβέρνες, πλατείες. Έργα όπως τα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» ή το «Μαουτχάουζεν» ξεπερνούν τα όρια της Ελλάδας και γίνονται διεθνώς εμβληματικά έργα  ελευθερίας και μνήμης.

     

    Ο κινηματογράφος γίνεται επίσης, πεδίο έκφρασης. Το «Ξυπόλυτο Τάγμα» και η «Συνοικία το Όνειρο» δίνουν ένα νέο τόνο στον ελληνικό νεορεαλισμό, ενώ η μουσική του για τον «Αλέξη Ζορμπά» το 1964 χαρίζει στην Ελλάδα μια παγκόσμια ταυτότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη συνεργασία του με τον Κώστα Γαβρά στην ταινία «Ζ» το 1969 – ένας πολιτικός κινηματογράφος που βραβεύεται με Όσκαρ & BAFTA, μεγαλώνοντας το μήνυμα για δικαιοσύνη.

    Μουσική και αγώνας

    Η δικτατορία των συνταγματαρχών τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή. Ως ιδρυτής του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, εξορίζεται. Αλλά το έργο του, συνεχίζει να ταξιδεύει στον κόσμο με τις συναυλίες του σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία, με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη να γίνεται «φωνή της Ελλάδας». Με τη στήριξη προσωπικοτήτων όπως ο Πάμπλο Νερούδα, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν και ο Υβ Μοντάν, ο Θεοδωράκης μετατρέπεται σε διεθνές συνώνυμο της αντίστασης.

     

    Μετά τη Μεταπολίτευση, επιστρέφει σε μια Ελλάδα που τον υποδέχεται ως ήρωα. Συνεχίζει να συνθέτει συμφωνίες, όπερες και ορατόρια, διευρύνοντας το έργο του σε μια κλίμακα πραγματικά παγκόσμια. Έργα όπως η «Ηλέκτρα», η «Μήδεια», η «Λυσιστράτη», μαρτυρούν τη φιλοδοξία του να συνδέσει την ελληνική μυθολογία με το σύγχρονο μουσικό θέατρο. Παράλληλα, η πολιτική του παρουσία -ως βουλευτής, υπουργός, δημόσιος διανοούμενος- γίνεται συχνά αμφιλεγόμενη, αλλά πάντοτε αντανάκλαση του πάθους του για τη χώρα και το μέλλον της. Το 1983 τιμάται με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη, ως αναγνώριση της διεθνούς του συμβολής στον αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη.

     

    Η δισκογραφία του Μίκη Θεοδωράκη είναι ανεξάντλητη. Πάνω από 1.000 τραγούδια, 7 συμφωνίες, δεκάδες όπερες, ορατόρια, μουσικές για θέατρο και κινηματογράφο. Κι όμως, αυτό που κάνει το έργο του μοναδικό δεν είναι ο όγκος, αλλά η ένταση με την οποία κατάφερε να αποτυπώσει το συλλογικό βίωμα ενός λαού. Ο Θεοδωράκης έδωσε ήχο στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Στις μάχες, στις απώλειες, στους έρωτες, στις γιορτές, στην αντίσταση.

     

    Στα εκατό χρόνια από τη γέννησή του (και τέσσερα χρόνια από την αναχώρησή του), ο Μίκης Θεοδωράκης παραμένει το αξεπέραστο σύμβολο της νεότερης Ελλάδας. Ο άνθρωπος που έδωσε ήχο στην ποίηση, ρυθμό στην αντίσταση και φωνή σε ένα έθνος βασανισμένο από τις διαιρέσεις και τις δοκιμασίες. Ο μαυροφορεμένος «παπάς της δημοκρατίας» που, με μια κίνηση των χεριών του, μπορούσε να ενώσει χιλιάδες φωνές σε μία. Η ζωή του αποτέλεσε και αποτελεί ένα αέναο κάλεσμα για δράση και δημιουργία. Για να θυμόμαστε ότι η τέχνη δεν είναι μόνο φυγή από την πραγματικότητα, αλλά τρόπος να την αλλάξουμε.

    Ο Μίκης. Ο παγκόσμιος και ο αιώνιος.

    Το αφιέρωμα συνεχίζεται με μουσική στη λίστα του Μιχάλη!