Ο Christopher Nolan, ο David Fincher, ο Stanley Kubrick, ο Akira Kurosawa, ακόμη και ο Alfred Hitchcock, είναι μερικοί μόνο από τους σπουδαίους σκηνοθέτες των οποίων οι πρώτες εξορμήσεις στη δημιουργία ταινιών μεγάλου μήκους υπήρξαν, σε μεγάλο βαθμό, ασήμαντες. Κάθε αρχή και δύσκολη. Υπάρχουν όμως σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες που, από το πρώτο κιόλας βήμα, έδειξαν ότι ήρθαν για να μείνουν.Οι πρώτες τους ταινίες δεν αποτέλεσαν απλώς μία αρχή, αλλά ένα μανιφέστο δημιουργικής δύναμης και καλλιτεχνικής φωνής. Από ιστορικά αριστουργήματα μέχρι πιο πρόσφατες αποκαλύψεις, και από ανεξάρτητες επιτυχίες μέχρι κατορθώματα που έφτασαν ως τα Όσκαρ, ακολουθεί μία λίστα γεμάτη ονόματα που σήμερα θεωρούνται θρυλικά – ή που σίγουρα θα γίνουν.
Το Πολίτης Κέιν του Orson Welles (1941) θεωρείται η επιτομή του σπουδαίου ντεμπούτου. Σε ηλικία μόλις 25 ετών, ο Welles ανέτρεψε τους κανόνες της κινηματογραφικής αφήγησης, εισάγοντας τεχνικές όπως η βαθιά εστίαση και η μη γραμμική αφήγηση. Η ταινία που σήμερα αποκαλείται «η καλύτερη όλων των εποχών», προκάλεσε σάλο στην εποχή της για το θάρρος της να σατιρίσει πραγματικές φιγούρες, όπως τον εκδότη William Randolph Hearst.
Στη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, το Γεράκι της Μάλτας (1941) του John Huston καθιέρωσε το film noir ως είδος, με τη φιγούρα του Humphrey Bogart να γίνεται άμεσα εμβληματική. Αργότερα οι 12 Ένορκοι (1957) του Sidney Lumet απέδειξε πως η ένταση μπορεί να γεννηθεί μέσα σε ένα δωμάτιο και μόνο από τη δύναμη του διαλόγου.
Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα 400 Χτυπήματα του François Truffaut (1959) δεν ήταν απλώς το ξεκίνημα ενός σκηνοθέτη, αλλά και η απαρχή του γαλλικού Νέου Κύματος. Η ιστορία του μικρού Antoine Doinel, βασισμένη στις παιδικές εμπειρίες του σκηνοθέτη, έγινε σύμβολο της εφηβείας και της επιθυμίας για ελευθερία.
Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο John Singleton θα έγραφε ιστορία με τα Παιδιά της Γειτονιάς (1991). Δεν έγινε μονάχα ο νεότερος και πρώτος Αφροαμερικανός σκηνοθέτης που προτάθηκε για Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά έδωσε και μία σπάνια ρεαλιστική ματιά στις γειτονιές των κακόφημων γειτονιών στο Λος Άντζελες. Παρόμοια σηματοδοτική στιγμή για τον ανεξάρτητο κινηματογράφο ήταν το Reservoir Dogs (1992) του Quentin Tarantino. Γυρισμένο με περιορισμένο μπάτζετ, το φιλμ είχε ξεχωρίσει για τη μη γραμμική αφήγησή του και την ακατέργαστη βία. Έβαλε τον Tarantino στον χάρτη, αλλά άνοιξε και τον δρόμο για το Pulp Fiction και ένα ολόκληρο κύμα ανεξάρτητων παραγωγών των ’90s. Πριν από αυτόν, οι αδελφοί Coen είχαν δείξει πώς το noir μπορεί να συνδυαστεί με μαύρο χιούμορ και ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά με το Μόνο Αίμα (1984).
Στη σύγχρονη σκηνή, η Charlotte Wells με το Aftersun (2022) παρέδωσε μία από τις πιο τρυφερές ιστορίες πατέρα-κόρης, γεμάτη αναμνήσεις και συναισθηματική λεπτότητα, ενώ ο Xavier Dolan, μόλις 19 χρονών, είχε δημιουργήσει το Σκότωσα τη Μητέρα Μου (2009), μία ειλικρινή εξομολόγηση φτιαγμένη από ενέργεια και προσωπικό πάθος που απέσπασε βραβεία στις Κάννες. Το Lady Bird, τώρα, της Greta Gerwig (2017) είναι μία ιστορία ενηλικίωσης που μιλά για τη μητρική σχέση, την αυτογνωσία και τη μετάβαση στην ενηλικίωση με τρόπο που άγγιξε κοινό και κριτικούς. Fun fact - η Gerwig έγινε μόλις η πέμπτη γυναίκα στην ιστορία που προτάθηκε για Όσκαρ Σκηνοθεσίας.
Από την Τουρκία, η Deniz Gamze Ergüven έσπασε τα στερεότυπα με το Mustang (2015), μία δυνατή φεμινιστική ματιά στη ζωή πέντε κοριτσιών που παλεύουν για την ελευθερία τους σε μία κοινωνία που προσπαθεί να τις περιορίσει. Ενώ η Celine Song με το Past Lives (2023) απέδειξε ότι ο ρομαντισμός μπορεί να συνδυαστεί με μια σπαρακτική αίσθηση χρόνου και πεπρωμένου, κερδίζοντας τις καρδιές του κοινού στο Sundance και υποψηφιότητες Πρωτότυπου Σεναρίου και Καλύτερης Ταινίας στα Όσκαρ.
Στο πιο σκοτεινό σινεμά, η Ana Lily Amirpour με το Ένα Κορίτσι Γυρίζει Μόνο Του τη Νύχτα (2014) παρουσίασε ένα ασπρόμαυρο ιρανικό western τρόμου με βρικόλακες, μια ιδιοσυγκρασιακή μίξη arthouse και ποπ κουλτούρας. Λίγο αργότερα ο Ari Aster με το Hereditary (2018), είχε παραδώσει ένα από τα πιο σοκαριστικά ψυχολογικά θρίλερ της δεκαετίας, με ερμηνεία-ορόσημο από την Toni Collette. Ο Aster θεωρήθηκε «ο νέος βασιλιάς του τρόμου» πριν καν ολοκληρώσει τη δεύτερη ταινία του.
Την ίδια χρονιά με τον Aster, ο Bo Burnham είχε κάνει τη διαφορά με το Eighth Grade, μία γλυκόπικρη ματιά στην εφηβεία και το άγχος των social media που έγινε instant classic για τη Gen-Z. Ακόμη πιο πρόσφατα, το καλοκαίρι που μόλις μας πέρασε, η Eva Victor εντυπωσίασε με το Sorry, Baby. Μία πανέξυπνη, τρυφερή ταινία για το τραύμα αλλά και τη ζωή που συνεχίζεται ακόμα κι όταν αυτό μας συντροφεύει. Δεν θα μας κάνει εντύπωση εάν βρεθεί στην κατηγορία Πρωτότυπου Σεναρίου στα επερχόμενα Όσκαρ.
Ο Robert Eggers από την άλλη, με το The Witch (2015) δημιούργησε έναν απόκοσμο κόσμο που έδωσε νέα πνοή στο folk horror. Στο ίδιο είδος, ο μεγάλος George A. Romero με τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών (1968) όχι μόνο εισήγαγε τον τρόμο σε νέα μονοπάτια, αλλά ουσιαστικά δημιούργησε τον μύθο των κινηματογραφικών ζόμπι καθιερώνοντας μία ολόκληρη κουλτούρα. Και φυσικά, ο Jordan Peele με το Get Out (2017) επανακαθόρισε τον τρόμο, μετατρέποντάς τον σε κοινωνικό σχόλιο για τον ρατσισμό και την υποκρισία της σύγχρονης Αμερικής.
Αν κάτι γίνεται αντιληπτό λοιπόν, είναι πως η ιστορία του κινηματογράφου είναι γεμάτη με σπουδαίες δεύτερες και τρίτες ταινίες, όμως υπάρχει κάτι μοναδικό στις πρώτες απόπειρες: είναι ωμές, αληθινές και συχνά επαναστατικές. Δεν μιλάμε απλώς για μία αρχή για τους δημιουργούς τους, αλλά για αφετηρία ενός νέου κεφαλαίου στην κινηματογραφική γλώσσα.