Η αυλαία δεν έχει ακόμα ανοίξει. Είναι μεσημέρι και στο Θέατρο Δίπυλον επικρατεί ησυχία. Παρακολουθώντας τη θεατρική πορεία του Γιώργου Παπαγεωργίου όλα αυτά τα χρόνια που όπως λέει κι ο ίδιος «δημιουργεί» παραστάσεις είτε από τη θέση του σκηνοθέτη είτε από τη θέση του ηθοποιού είτε όταν συμβαίνουν και τα δύο όπως τώρα, με το 1984, η αλήθεια είναι ότι αυτή η παράσταση είναι από τις πιο δύσκολες της μέχρι τώρα πορείας του. Είναι μόνος του μαζί με δύο μουσικούς επί σκηνής και ερμηνεύει όλους τους ρόλους του αριστουργήματος του Τζωρτζ Όργουελ που κάθε άλλο παρά προφητικό μπορεί να το χαρακτηρίσει κάποιος.
«Δεν έχω κάνει κάτι πιο δύσκολο. Ξεκίνησα βλέποντας τι γίνεται με τις πολιτικές που εφαρμόζονται στον πλανήτη. Ξαφνικά, το 1984 άρχισε να γίνεται εφιαλτικά επίκαιρο. Είναι ένα έργο που μιλάει για το αύριο δε μιλάει ακριβώς για το τώρα. Από την αρχή της παράστασης μέχρι το τέλος της, είναι σαν να μπαίνεις σε μία μαύρη τρύπα και βυθίζεσαι όλο και πιο πολύ στο σκοτάδι με έναν τρόπο που είναι μοναδικός».
«Ο Όργουελ δεν κατάφερε να προβλέψει είναι ότι πουλήσαμε την ελευθερία και την ιδιωτικότητά μας δωρεάν. Πουλήσαμε την όποια ιδιωτικότητά μας και την ανωνυμία μας έτσι. απλά. Η έξαρση των Social Media νιώθω ότι μας έκανε να τα δώσαμε όλα ελεύθερα με δέλεαρ την πλαστή κοινωνικότητα».
«Πια, δεν μπορείς να κρυφτείς από πουθενά και μάλιστα, θέλεις να μην κρύβεσαι. Η δουλειά σου, το σπίτι σου, η ερωτική σου ζωή».
«Τα Social Media τα βλέπω σαν ένα μέσο να προωθήσω τη δουλειά μου. Αυτό έχει μία άλλη ποιότητα από την ποιότητα του να βγάλω τον εαυτό μου ενώ τρώω ένα αυγό και λέω τι θα κάνω μέσα στη μέρα μου. Όταν αυτό, γίνεται δουλειά και δεν κάνεις απολύτως τίποτα δείχνοντας πώς περνάς τη μέρα σου, εμένα προσωπικά μου φέρνει απογοήτευση και θλίψη».

«Με φρικάρει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια της ιδιωτικής στιγμής».
«Οι πιο ευτυχισμένες μου μέρες με εξαίρεση δικές μου προσωπικές στιγμές είναι στη δουλειά μου. Αυτή ναι, περιλαμβάνει έκθεση, αλλά, δεν είμαι εγώ όταν εκτίθεμαι».
«Κάθε φορά που δίνω μία συνέντευξη και τοποθετούμαι υπέρ της ισότητας των δύο φύλων για παράδειγμα, έχω βροχή σχολίων από κάτω όχι μόνο από άντρες αλλά και από γυναίκες ότι τύπου είμαι λιγότερο άντρας κτλ.. Όλα αυτά τα σχόλια, υπάρχει ένα κομμάτι μέσα μου που τα απολαμβάνει γιατί αντικατοπτρίζουν το οξύμωρο της κοινωνίας μας».
«Συγκατοικούμε σε αυτήν τη χώρα και σε αυτήν τη ζωή, εγώ όμως όσο μπορώ δε θα παραδόσω ούτε τη χώρα μου ούτε τη γενιά μου σε αυτό το συντηρητικό κύμα που ποτέ δεν έπαψε ουσιαστικά να υπάρχει».
«Είμαστε η γενιά της κρίσης, του covid, της κατάρρευσης των ιδεολογιών. Στεκόμαστε πολύ αμήχανοι οι άνθρωποι που εξακολουθούμε να έχουμε συναίσθημα προς τον άνθρωπο. Πια, δεν μπορούμε να ενωθούμε. Βρισκόμαστε μαζί ευτυχώς, στα θέατρα, τις συναυλίες, το δρόμο».
«Στα θετικά της γενιάς μας είναι ότι έχουμε αποκτήσει μία πολύ μεγάλη ενσυναίσθηση σε σχέση με το πώς αντιμετωπίζουμε όλα τα φύλα. Κάτι ακόμα που πετύχαμε είναι ότι έχουμε αποκτήσει μία καλύτερη σχέση με τη φύση σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Δεν κάνουμε τα καφριλίκια που έκαναν παλιά».
«Οι άνθρωποι πλέον θαρραλέα επιστρέφουν και στα βουνά και τις επαρχίες. Κι ακόμα κι αυτοί που μένουμε εδώ στην Αθήνα, διεκδικούμε το πράσινο, το πάρκο».
«Όταν έκανα τα λόγια για το 1984 ήταν γύρω στις 10.000 λέξεις το αρχικό κείμενο. Έπαιρνα τη μικρή μου στον Εθνικό κήπο και έλεγα λόγια καθώς έσπρωχνα το καρότσι».
«2007. Τελειώνω τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και πέφτω πάνω στην “Κατσαρίδα” μία παράσταση που έμελλε να είναι μία πολύ σημαντική στην καριέρα μου. Ήταν από τις τελευταίες παραστάσεις που ήταν στη λεγόμενη καλή εποχή όπου έπαιζαν τότε 40 σήριαλ στην τηλεόραση κι εμείς τη σνομπάραμε γιατί λέγαμε “εντάξει, ας κάνω τώρα θέατρο, θα πάω του χρόνου, του παραχρόνου κτλ.”. Μετά κόπηκαν όλα και αναγκαστήκαμε να μείνουμε μόνο με το θέατρο και με low budget δικές μας παραγωγές σε αυτό».
«Αυτήν την περίοδο τη θυμάμαι από τις πιο γόνιμες της ζωής μου γιατί δεν είχα καμία προσδοκία. Όταν δεν έχεις τίποτα και πας να κάνεις κάτι, μπορεί να μη γίνει τίποτα αλλά μπορεί να γίνει και κάτι πραγματικά δημιουργικό».
«Ο Αρίστος (σ.σ.: Η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά όπου πρωταγωνίστησε η μητέρα του, Φιλαρέτη Κομνηνού) έγινε μέσα στην κρίση με έναν πάγκο εργασίας. Αυτό εμένα, έμελλε να είναι ο κώδικάς μου στο θέατρο. Το να σκηνοθετώ τη μητέρα μου ήταν και για τους δυο μας ένα έντονο ρίσκο. Εν τέλει, ήταν ένα πολύ καλό μάθημα. Ήμουν αρκετά ανασφαλής αλλά αναγκάστηκα να το παίξω κουλ».
«Τα πραγματικά σπουδαία κείμενα, είναι σπουδαία ακριβώς επειδή είναι και σπάνια. Δεν τα βρίσκεις εύκολα. Όταν εγώ συναντήθηκα με το Θωμά Κοροβίνη είναι μια συγκλονιστική στιγμή. Το ίδιο συνέβη και τώρα με τη διασκευή της Έλενας (σ.σ.: Τριανταφυλλοπούλου) στον Όργουελ. Αυτό, έμαθα αντί να με γονατίζει στο άγχος, να με απελευθερώνει».
«Ως frontman ήμουν σχολείο ακόμα όταν πρωτοβγήκα. Μιμούμουν τον Αγγελάκα φορώντας ένα αμπέχονο. Τότε όμως, είχα μία άγνοια κινδύνου και το απολάμβανα, δεν σκεφτόμουν την έκθεση».
«Αν τη συγκρίνω με τον έρωτα, η πρώτη μου φορά στο θέατρο ήταν ένα πολύ ωραίο καλωσόρισμα που με έδεσε μαζί του για πάντα».
«Το θεατρικό είναι πιο δύσκολο κοινό από το μουσικό. Το μουσικό, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές, ξέρει τα τραγούδια σου κι έρχεται να τα ακούσει. Στο θέατρο ξεκινάς και πρέπει να πείσεις για το όραμά σου, γι αυτό που έχεις σκεφτεί. Αυτό, δεν μπορεί πάντα να επικοινωνηθεί. Αν όμως επικοινωνηθεί, ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος θα στο ανταποδώσει, είναι μαγικός».
«Έχω περάσει από αποτυχίες, έχω περάσει από το να παίζω σε παράσταση με 3 θεατές. Αυτό που εκτιμώ είναι ότι τώρα ας πούμε λέω μία ιστορία μόνος μου με δυο μουσικούς επί σκηνής γιατί αυτό έχω επιλέξει να κάνω και νιώθω την ενέργεια στο χώρο ότι δεν πέφτει καρφίτσα, ότι έχω συνδεθεί με το κοινό. Αυτό το συναίσθημα, είναι απίθανο».
«Η δουλειά έχει καλές στιγμές και κακές στιγμές όπως γίνεται και με τις σχέσεις. Αν όλα ήταν μία επιτυχημένη κατάσταση, τα τινά είναι δύο: Ή κάτι δεν πάει καλά ή κινδυνεύεις να ψωνιστείς κι αυτό είναι πρόβλημα γιατί θα έρθει η στιγμή της αποτυχίας και η διαχείρισή σου θα είναι εντελώς λάθος».
«Αποφεύγω να δουλεύω με ντίβες. Μου έχουν τύχει κάποιες περιπτώσεις που κατάλαβα ότι δεν πρέπει να συνεργαστώ με κάποιους ανθρώπους. Δεν μπορώ να συνδιαλλαγώ καλλιτεχνικά με έναν άνθρωπο που για παράδειγμα μου λέει “στείλε το κείμενο στον ατζέντη μου για να δω αν θέλω να παίξω”».
«Οι ηθοποιοί είμαστε συνέχεια με μία αγκαλιά στις πρεμιέρες γιατί είμαστε τόσο μόνοι σε αυτήν τη δουλειά που έχουμε την ανάγκη να νιώσουμε έστω και την ψευδαίσθηση ότι είμαστε μαζί».
«Ο Αγγελόπουλος ήταν ένας δημιουργός που καταλάβαινες ότι παλεύει για κάτι ανώτερο, για ένα όραμα που ξεπερνάει ακόμα και τον ίδιο. Για μένα ο Αγγελόπουλος είχε μία διαρκή συνδιαλλαγή με τον χώρο και το χρόνο, δύο πυλώνες της φιλμογραφίας του που όταν το ζούσες δουλεύοντας μαζί του καταλάβαινες πόσο επίπονο ήταν. Περίμενε ώρες για να πετύχει το χρώμα στον ουρανό που ήθελε να κάνει το πλάνο του. Όλα, κρίνονταν σε μία λεπτή κλωστή. Οι σκηνές του, τα περίφημα μονοπλάνα του έχουν τελείως θεατρική σκηνοθεσία. Ήμουν μικρός αλλά ένιωθα ότι είμαι σε μία σπάνια συνάντηση (σ.σ.: Ως παιδί, ο Γιώργος είχε παίξει στην ταινία του, Το Λιβάδι που δακρύζει)».
«Όταν ήμουν μικρός πήγαινα και άραζα στα καμαρίνια του Κρατικού Θεάτρου και άραζα με τους ηθοποιούς. Κρυβόμουν κάτω στο υποσκήνιο στο Βασιλικό Θέατρο και άκουγα τα τακούνια των ηθοποιών».
«Η πιο ερωτική εικόνα που έχω για το γυναικείο φύλο είναι η προετοιμασία των ηθοποιών πριν βγουν στη σκηνή. Ήταν μία πρώτη επαφή με αυτό που λέγεται ερωτισμός και θηλυκότητα. Κάπως το κουβαλάω ακόμα αυτό».
«Η τηλεόραση είναι κάτι πολύ αγριευτικό για μένα. Η μαγεία του σινεμά έχει να κάνει και με τη δημιουργία αλλά και με το πώς τη βλέπεις. Η τηλεόραση έχει κάτι πιο κανιβαλιστικό. Αυτό που βλέπεις στην τηλεόραση διακόπτεται μία από μία διαφήμιση, μία από ένα tik tok που θα μπεις να δεις. Είναι άλλο να παίζω στην τηλεόραση και άλλο να είμαι θεατής. Ως θεατής, δεν την μπορώ».
«Θα ευχηθώ αυτό που ευχήθηκε στην τελευταία του συνέντευξη ο ίδιος ο Όργουελ κοιτώντας την κάμερα: “Μην το αφήσετε να συμβεί”».