Η διαμάχη γύρω από τον θεσμό των βραβείων στην λογοτεχνία (και ευρύτερα την τέχνη) είναι ιδιαίτερα έντονη όσο και διαχρονική. Πουθενά όμως δεν έχει προκαλέσει τόσες έριδες και αντιμαχίες όσο στην περίπτωση των βραβείων Νόμπελ λογοτεχνίας. Ο λόγος είναι προφανής: Το βραβείο Νόμπελ επιβραβεύει συνολικά ολόκληρη την εργογραφία ενός συγγραφέα και αποτελεί μία σφραγίδα που ανακηρύσσει κάποιον ως αυθεντία, έναν από τους σοφούς της εποχής μας. Για πολλούς μάλιστα, η βράβευση αποκτάει εθνικά χαρακτηριστικά και αποτελεί εμμέσως πλην σαφώς την βράβευση ενός ολόκληρου έθνους ή και μιας γλώσσας. Τα αίματα ανάβουν εύκολα και οι κατηγορίες είναι κάτι παραπάνω από γνωστές: ότι το βραβείο Νόμπελ δεν είναι ένα αξιοκρατικό βραβείο αλλά μία μέθοδος δημοσίων σχέσεων και άτυπης άσκησης πολιτικής και διπλωματίας από την πλευρά της Σουηδικής ακαδημίας, ότι πολλοί μέτριοι συγγραφείς έχουν λάβει το βραβείο ενώ τιτάνες της παγκόσμιας λογοτεχνίας έχουν παραγκωνιστεί, ότι οι σχέσεις μεταξύ χωρών παίζουν τεράστιο ρόλο (το γνωστό επιχείρημα σχετικά με τον συγκριτικά μεγάλο αριθμό βραβευθέντων από σκανδιναβικές χώρες αναλογικά με το αποτύπωμά τους στην διεθνή λογοτεχνική σκηνή), και πολλά άλλα.
Να ξεκινήσω υπογραμμίζοντας ότι όλα από τα παραπάνω επιχειρήματα είναι σωστά. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε σοβαρά ότι ένας θεσμός διεκδικεί το αλάθητο στην επιβράβευση της αξίας όταν συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Τζόις, ο Προυστ (για να αναφερθώ μονάχα στα πιο τρανταχτά ονόματα) δεν έλαβαν ποτέ το βραβείο ενώ αντ’ αυτών βραβεύτηκαν ονόματα όπως ο Ποντόπινταν, ο Μπιόρνσον, ο Χάιντενσταμ και πολλοί άλλοι οι οποίοι, για να το θέσω κομψά, έχασαν το στοίχημα της διαχρονικότητας. Αντίστοιχα, είναι ηλίου φαεινότερο ότι πολλές βραβεύσεις είχαν σαφή πολιτική ατζέντα ή επιχειρούσαν να επιβραβεύσουν χώρες που αδίκως βρίσκονταν ως τότε στο περιθώριο.
Όμως έστω κι έτσι, το βραβείο Νόμπελ έχει αξία, και μάλιστα μεγάλη. Ακόμα κι αν η βράβευση ενός συγγραφέα γίνεται προκειμένου να αναδειχθεί μία γλώσσα ή χώρα που έχουν αγνοηθεί από την διεθνή κοινότητα, το κέρδος είναι ότι ερχόμαστε για πρώτη φορά σε επαφή με συγγραφείς που υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα γνωρίζαμε ποτέ, καθώς και με πολιτισμούς που έχουν πολλά να προσφέρουν και τους οποίους αγνοούσαμε. Ακόμα κι αν η δυσάρεστη συνέπεια μίας μη αξιοκρατικής βράβευσης είναι ότι ένας μεγάλος συγγραφέας ενδεχομένως δεν λαμβάνει την αναγνώριση που η σφραγίδα της ακαδημίας προσδίδει, ακόμα κι αν μία βράβευση είναι αντίστοιχα πολιτική ή υπόκειται σε πιέσεις συνθηκών, συνήθως προκύπτει παράλληλα και κάτι θετικό.
Θα συνιστούσα λοιπόν σε όλους ψυχραιμία. Το βραβείο Νόμπελ από μόνο του δεν διαμορφώνει την υστεροφημία και δεν υπαγορεύει την καριέρα ενός σπουδαίου ανθρώπου των γραμμάτων (ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε). Καλό είναι να μην του δίνουμε αφ’ ενός υπερβολική σημασία λες και αποτελεί κάτι θέσφατο, αλλά αφ’ ετέρου να ενστερνιζόμαστε τα όσα καλά μπορεί να προσφέρει και τις όσες αθέατες από εμάς πολιτισμικές γωνίες αυτής της γης μπορεί να διαφωτίσει.
Τώρα, αν ρωτούσε κάποιος την ταπεινότητά μου ποιοι συγγραφείς θα έπρεπε αξιοκρατικά να λάβουν το βραβείο Νόμπελ, πρώτα θα σκεφτώ όσους έφυγαν από τη ζωή περιμένοντας το τηλεφώνημα που ποτέ δεν ήρθε έχοντας αναγορευτεί σε διαρκή φαβορί, και κατόπιν θα αποσαφηνίσω το εξής: δεν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να εκφράσει στο απόλυτο την ανθρώπινη εμπειρία. Το κάθε μυαλό μπορεί να μας προσφέρει μονάχα το δικό του όραμα, την δική του οπτική γωνία, και αυτή η ματιά μπορεί να αποδειχθεί τόσο βαθιά, τόσο ειλικρινής, τόσο διορατική που να αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι. Αυτό είναι για μένα το κριτήριο και όχι μια χιμαιρική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα.
Θα έδινα λοιπόν το βραβείο Νόμπελ κατ’ αρχήν στη Μέριλιν Ρόμπινσον η οποία τολμάει να μας ανοίγει ένα παράθυρο στην πνευματικότητα εστιάζοντας στην χάρη της πίστης, και όλα αυτά σε μια εποχή κυνικότητας και ισοπέδωσης. Κι όμως, τα βιβλία της είναι σπαρακτικά και βαθύτατα ουμανιστικά, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι διανύουμε μία περίοδο στην οποία η ρηχότητα επιβραβεύεται και ο τυφλός δογματισμός κυριαρχεί.
Θα έδινα κατόπιν το Νόμπελ στον Ίαν ΜακΓιούαν, όχι λόγω του ενός σπάνιου αριστουργήματος (αν και η Εξιλέωση πλησιάζει αρκετά), αλλά λόγω μιας εργογραφίας τόσο πλούσιας και ποικιλόμορφης, γεμάτη από βιβλία που βρίθουν σκέψης, ψυχαγωγικής διάστασης και ταυτόχρονα επιδεικνύουν τρωτά σημεία που θυμίζουν ότι ο συγγραφέας τους είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αδυναμίες, που προσπαθεί όμως μέσα από το έργο του να βρει νόημα, να κατανοήσει τον παράξενο κόσμο που τον περιβάλλει. Ο Μακ Γιούαν δεν είναι νεωτεριστής, δεν εφευρίσκει εκ νέου τον τροχό, δεν είναι ο Τζόις ή ο Φώκνερ, που τον διαβάζεις με θαυμασμό σα να πρόκειται για κάτι εξωγήινο. Όμως ο συνδυασμός διανοητικής ανησυχίας, άσβεστης επινοητικότητας και βαθιάς ανθρωπιάς δημιουργούν έναν ακαταμάχητο συνδυασμό που αναδεικνύει έναν πραγματικά σπουδαίο συγγραφέα, σφυρηλατημένο μέσα από ακριβώς αυτές τις ατέλειες που τον καθιστούν ανθρώπινο.