Λίγοι σύγχρονοι τραγουδοποιοί καταφέρνουν να μετατρέπουν τη νοσταλγία σε κάτι ζωντανό και φωτεινό όσο ο Jack Savoretti. Με αφορμή το νέο του άλμπουμ We Will Always Be The Way We Were, ο Βρετανοϊταλός δημιουργός επιστρέφει στις ρίζες του, στις πρώτες μουσικές του σχέσεις αλλά και στις μνήμες που διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Το We Will Always Be The Way We Were μοιάζει σχεδόν σαν μια προσωπική εξομολόγηση. Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι αλλάζουν πραγματικά ή απλώς μεγαλώνουμε κουβαλώντας όλες τις προηγούμενες εκδοχές του εαυτού μας;
Νομίζω πως εξελισσόμαστε συνεχώς, αλλά όλα ξεκινούν πάντα από τον ίδιο πυρήνα. Κάθε εμπειρία, κάθε περιπέτεια, κάθε συναίσθημα γεμίζει σταδιακά τον «καμβά» της ζωής μας και μας διαμορφώνει σε αυτό που τελικά γινόμαστε. Αλλάζουμε, ναι, όμως ίσως στην πραγματικότητα απλώς καταλήγουμε να γινόμαστε αυτό που ήταν πάντα γραφτό να είμαστε.
Έχεις πει ότι αυτός ο δίσκος αποτελεί μια επιστροφή στις ρίζες σου και στους ανθρώπους με τους οποίους ξεκίνησες να γράφεις μουσική. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να κοιτάξεις ξανά προς εκείνη την περίοδο της ζωής σου;
Φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τη στιγμή που η μουσική έγινε επάγγελμα για μένα. Ίσως στην αρχή να μην ήταν συνειδητός στόχος, όμως όταν φτάνεις σε ένα τέτοιο ορόσημο, αρχίζεις αναπόφευκτα να αναρωτιέσαι πώς έφτασες εδώ, γιατί και με ποιους ανθρώπους. Δεν πρόκειται για μια νοσταλγική προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά περισσότερο για μια υπενθύμιση του πώς και με ποιους θέλεις να συνεχίσεις να προχωράς.
Στα τραγούδια σου υπάρχει πάντα μια έντονη αίσθηση χρόνου και μνήμης — νοσταλγία, παλιές εικόνες, δεύτερες ευκαιρίες — χωρίς όμως να γίνονται ποτέ βαριά ή μελαγχολικά. Για σένα η νοσταλγία λειτουργεί περισσότερο ως παρηγοριά ή ως κάτι που μπορεί να σε κρατήσει πίσω;
Δεν είμαι σίγουρος ότι πρόκειται ακριβώς για νοσταλγία. Γράφω μόνο για πράγματα που έχω πραγματικά ζήσει, οπότε φυσικά αναφέρομαι σε στιγμές που έχουν ήδη συμβεί — είτε πριν από χρόνια είτε πριν από λίγα λεπτά. Μετά προχωρώ παρακάτω. Ένα τραγούδι είναι για μένα το σημάδι μιας συγκεκριμένης στιγμής στον χρόνο. Αν κοιτάξω πίσω τη ζωή μου, τη μετράω μέσα από τραγούδια και άλμπουμ, όχι μέσα από ημερομηνίες. Και ελπίζω κάποια από αυτά τα τραγούδια να μπορούν να μείνουν διαχρονικά και για όσους τα ακούν.
Η σημερινή μουσική βιομηχανία μοιάζει να κυνηγά διαρκώς το «επόμενο μεγάλο πράγμα», την επόμενη τάση. Η δική σου μουσική, όμως, δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τραγούδια που αντέχουν στον χρόνο. Νιώθεις ποτέ ότι βρίσκεσαι λίγο «εκτός εποχής» — με την καλή έννοια;
Παρότι εργάζομαι στον χώρο της μουσικής, δεν αισθάνομαι μέρος της μουσικής βιομηχανίας. Και δεν το λέω ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Οι καλλιτέχνες, για μένα, είναι τεχνίτες, όχι βιομήχανοι. Ο τρόπος που λειτουργεί η βιομηχανία είναι εκ φύσεως διαφορετικός από τον τρόπο που λειτουργώ εγώ, ακόμα κι αν κατά καιρούς φέρνω τη δουλειά μου μέσα σε αυτό το σύστημα. Δεν πρόκειται λοιπόν για θέμα «συγχρονισμού» με την εποχή, αλλά για διαφορετικούς σκοπούς που κάποιες φορές συναντιούνται.

Κοιτώντας πίσω σχεδόν είκοσι χρόνια πορείας, τι γνωρίζει σήμερα ο Jack Savoretti για τη μουσική και τη ζωή που ο νεότερος εαυτός του αγνοούσε εντελώς;
Ίσως δεν έχει να κάνει τόσο με το «γνωρίζω», όσο με το «αισθάνομαι». Σήμερα νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη και ταπεινότητα για όλα όσα έχω ζήσει. Έχω σχεδόν μια αίσθηση καθήκοντος να βρίσκομαι απόλυτα παρών στη στιγμή, αλλά ταυτόχρονα και μια παιδική ανυπομονησία για όσα έρχονται.
Έχεις ζήσει ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες, γλώσσες και κουλτούρες. Αυτή η διαδρομή σε έκανε να βλέπεις τη μουσική περισσότερο σαν μια κοινή ανθρώπινη γλώσσα;
Απολύτως. Το να ταξιδεύεις και να γνωρίζεις νέους τόπους, ανθρώπους και πολιτισμούς είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα δώρα της ζωής. Όχι μόνο γιατί ανοίγει το μυαλό σου και σε βοηθά να καταλάβεις πόσο ίδιοι είμαστε όλοι μεταξύ μας, αλλά και γιατί συνειδητοποιείς ότι αυτό που μας διαφοροποιεί όμορφα είναι ακριβώς η κουλτούρα. Το φαγητό, η τέχνη, η μουσική — όλα είναι μέρος αυτής της ταυτότητας. Η πραγματική δύναμη της μουσικής είναι ότι, ακόμα κι αν δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, μπορούμε να μοιραστούμε τα ίδια συναισθήματα: λύπη, χαρά, αγάπη… Ό,τι κι αν είναι, υπάρχει ένα τραγούδι γι’ αυτό. Και όταν το ακούσεις, όλοι καταλαβαίνουν το συναίσθημα.
Αυτή η συνέντευξη θα δημοσιευτεί γύρω από την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μουσικής. Πιστεύεις ότι η μουσική εξακολουθεί να μπορεί να ενώνει ανθρώπους και πολιτισμούς σε μια εποχή που συχνά μοιάζει βαθιά διχασμένη;
Δεν το πιστεύω απλώς — το έχω δει να συμβαίνει. Και αυτό είναι που κάνει τη μουσική αλλά και γενικότερα την κουλτούρα τόσο σημαντικές. Νομίζω πως ο διχασμός που βιώνουμε σήμερα προέρχεται ακριβώς από την έλλειψη κουλτούρας. Αυτή τη στιγμή, οι βασικές κινητήριες δυνάμεις είναι το χρήμα, η πολιτική και η τεχνολογία. Χρειαζόμαστε ξανά τον πολιτισμό στην πρώτη γραμμή και όλα τα υπόλοιπα να ακολουθήσουν. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει πραγματική ενότητα.
Στα social media όλα μοιάζουν προσωρινά — τραγούδια, εικόνες, στιγμές. Πιστεύεις ότι ένα τραγούδι μπορεί ακόμα να αλλάξει τη ζωή κάποιου ή να μείνει μαζί του για χρόνια;
Ναι, και συνεχίζει να συμβαίνει. Μόλις κυκλοφόρησα το νέο μου άλμπουμ We Will Always Be The Way We Were και μία εβδομάδα αργότερα εμφανίστηκα στο Royal Albert Hall στο Λονδίνο. Μέσα σε λίγες ημέρες, ο κόσμος ήδη τραγουδούσε στίχους από τραγούδια που άκουσε για πρώτη φορά εκείνη την εβδομάδα. Εκείνη η στιγμή θα μείνει για πάντα και σε εκείνους και σε μένα. Άρα, σίγουρα αυτό συμβαίνει ακόμα.
Σήμερα η μουσική φτάνει στον κόσμο περισσότερο μέσα από αλγόριθμους και playlists παρά από το ραδιόφωνο, τα δισκοπωλεία ή το στόμα με στόμα. Πώς βιώνεις αυτή τη μετάβαση, τόσο ως καλλιτέχνης όσο και ως ακροατής;
Από τη μία πλευρά, δίνει στη μουσική μου τη δυνατότητα να φτάσει σε ανθρώπους και μέρη που ίσως να μην επισκεφθώ ποτέ, κι αυτό είναι πραγματικά υπέροχο. Από την άλλη, νιώθω ότι χάνεται κάπως η εμπειρία του άλμπουμ ως ενιαίου έργου — και ελπίζω να βρούμε ξανά έναν τρόπο να τη διατηρήσουμε. Τα άλμπουμ δημιουργούνται για να τα ζεις ολόκληρα. Παρ’ όλα αυτά, όλα εξελίσσονται συνεχώς και βλέπω κάτι αισιόδοξο να επιστρέφει μέσα από τη ζωντανή μουσική και την αγάπη του κόσμου για εμπειρίες όπως το βινύλιο.
Έχεις συνεργαστεί με πολύ διαφορετικούς καλλιτέχνες όλα αυτά τα χρόνια. Τι είναι αυτό που κάνει τελικά μια μουσική συνεργασία να λειτουργεί πραγματικά;
Το καλό φαγητό! (γέλια) Αλλά σοβαρά τώρα, πιστεύω ότι κάθε σπουδαία συνεργασία ξεκινά με ένα καλό γεύμα και την εμπιστοσύνη να μοιραστείς την ευαλωτότητά σου με κάποιον άλλο. Το να δημιουργείς μουσική μαζί με άλλους ανθρώπους είναι μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία. Ίσως γι’ αυτό αγαπάμε τόσο να τραγουδάμε και να χορεύουμε μαζί. Νιώθω τυχερός που μέσα από τη μουσική έχω γνωρίσει σπουδαίους ανθρώπους και έχω αποκτήσει πραγματικούς φίλους.

Ως ραδιοφωνικός παραγωγός νιώθω πάντα ότι το ελληνικό κοινό έχει μια ιδιαίτερα συναισθηματική σχέση με τη μουσική σου — κάτι που σήμερα μοιάζει όλο και πιο σπάνιο. Το αισθάνεσαι κι εσύ αυτό; Και μέσα στη ψηφιακή εποχή, πόσο εύκολα φτάνει αυτή η σύνδεση μέχρι εσένα;
Η Ελλάδα έχει γίνει για μένα ένα δεύτερο σπίτι. Νομίζω ότι η μεσογειακή μου καταγωγή παίζει μεγάλο ρόλο σε αυτό — είναι κομμάτι και του μουσικού μου DNA. Υπάρχει μια οικειότητα που μας επιτρέπει να γελάμε, να συγκινούμαστε, να γιορτάζουμε μαζί. Κάθε φορά που επιστρέφω στην Αθήνα, αυτό το συναίσθημα ανανεώνεται, σαν μια οικογενειακή επανένωση. Και ακόμα κι όταν φεύγουμε από την πόλη, παίρνουμε αυτή τη σύνδεση μαζί μας.
Επιστρέφεις στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο για μια συναυλία στο Θέατρο Λυκαβηττού, έναν χώρο με σχεδόν κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Πόσο επηρεάζει ένας τέτοιος χώρος τον τρόπο με τον οποίο «χτίζεις» ένα live;
Τα επηρεάζει όλα. Στην πραγματικότητα, σχεδιάσαμε ολόκληρη την περιοδεία με βάση τους χώρους που θα παίξουμε. Προσπαθούμε κάθε venue να δημιουργεί ένα συγκεκριμένο συναίσθημα στον κόσμο και να υπηρετεί τη μουσική με τον σωστό τρόπο. Από τα τραγούδια και τη σειρά τους μέχρι τα φώτα και το σκηνικό, τα βλέπουμε όλα σαν συστατικά μιας ενιαίας εμπειρίας. Ο Λυκαβηττός είναι ένας εκπληκτικός καμβάς πάνω στον οποίο θα «ζωγραφίσουμε» για ένα βράδυ τον Σεπτέμβριο. Και το γεγονός ότι η Αθήνα είναι από τις πρώτες στάσεις της περιοδείας είναι απολύτως συνειδητή επιλογή — γιατί ξέρουμε ότι θα μας δώσει την ενέργεια που χρειαζόμαστε για να ξεκινήσει σωστά αυτό το ταξίδι.
Ποιο είναι ίσως το πιο ανθρώπινο ή συγκινητικό πράγμα που σου έχει συμβεί ποτέ μετά από μια συναυλία; Μια στιγμή που σου θύμισε γιατί αυτή η σύνδεση με τον κόσμο εξακολουθεί να έχει σημασία;
Θα επιστρέψω ξανά στο Royal Albert Hall. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη βραδιά, γιατί ήταν η πρώτη μου headline εμφάνιση εκεί και ταυτόχρονα μια γιορτή μαζί με την οικογένεια, τους φίλους και τους συνεργάτες μου. Υπήρξαν πολλές στιγμές που με συγκίνησαν βαθιά, αλλά στο τέλος της συναυλίας ανέβηκαν στη σκηνή τα τρία μου παιδιά για την τελευταία υπόκλιση. Δεν ήταν προγραμματισμένο και εκείνη η στιγμή θα με συνοδεύει για πολλά χρόνια.
Αν μπορούσες να κρατήσεις μόνο έναν στίχο από το We Will Always Be The Way We Were ως μικρή σύνοψη της ζωής σου αυτή τη στιγμή, ποιος θα ήταν;
Το “Do It For Love”. Νομίζω ότι τα λέει όλα.
Λίγο πριν τη μεγάλη συναυλία του στο Θέατρο Λυκαβηττού τον Σεπτέμβριο, μας μιλά για τον χρόνο, τη μουσική βιομηχανία, τη μοναδική σύνδεση που συνεχίζει να έχει με το ελληνικό κοινό.