Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not των Arctic Monkeys εξακολουθεί να μοιάζει με μια στιγμή που πάγωσε στον χρόνο. Όχι απλώς επειδή πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ντεμπούτα της σύγχρονης ροκ, αλλά επειδή αποτύπωσε με σχεδόν ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια τη ζωή μιας γενιάς πριν ακόμη εκείνη προλάβει να το συνειδητοποιήσει.
Όταν κυκλοφόρησε στις 23 Ιανουαρίου 2006, η βρετανική κιθαριστική σκηνή βρισκόταν σε μια περίοδο ανασύνταξης. Η αρχική έκρηξη της δεκαετίας του ’90 είχε πια περάσει και το rock έψαχνε μια νέα ταυτότητα. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι Strokes, οι Yeah Yeah Yeahs και οι Interpol είχαν ήδη δώσει το έναυσμα για μια νέα κιθαριστική αναγέννηση. Στη Βρετανία, συγκροτήματα όπως οι Franz Ferdinand και οι Bloc Party προσπαθούσαν να μεταφράσουν αυτή την ενέργεια σε κάτι δικό τους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκαν οι Arctic Monkeys: τέσσερις έφηβοι από το Σέφιλντ που έγραφαν τραγούδια για τη νυχτερινή ζωή της πόλης τους.
Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not των Arctic Monkeys εξακολουθεί να μοιάζει με μια στιγμή που πάγωσε στον χρόνο. Όχι απλώς επειδή πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ντεμπούτα της σύγχρονης ροκ, αλλά επειδή αποτύπωσε με σχεδόν ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια τη ζωή μιας γενιάς πριν ακόμη εκείνη προλάβει να το συνειδητοποιήσει.
Όταν κυκλοφόρησε στις 23 Ιανουαρίου 2006, η βρετανική κιθαριστική σκηνή βρισκόταν σε μια περίοδο ανασύνταξης. Η αρχική έκρηξη της δεκαετίας του ’90 είχε πια περάσει και το rock έψαχνε μια νέα ταυτότητα. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι Strokes, οι Yeah Yeah Yeahs και οι Interpol είχαν ήδη δώσει το έναυσμα για μια νέα κιθαριστική αναγέννηση. Στη Βρετανία, συγκροτήματα όπως οι Franz Ferdinand και οι Bloc Party προσπαθούσαν να μεταφράσουν αυτή την ενέργεια σε κάτι δικό τους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκαν οι Arctic Monkeys: τέσσερις έφηβοι από το Σέφιλντ που έγραφαν τραγούδια για τη νυχτερινή ζωή της πόλης τους.
Όταν τελικά κυκλοφόρησε το άλμπουμ από τη Domino Records, η ανταπόκριση ήταν άμεση και εκρηκτική. Το Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not πούλησε περισσότερα από 360.000 αντίτυπα μέσα στην πρώτη εβδομάδα, καταρρίπτοντας το ρεκόρ που κρατούσε το Definitely Maybe των Oasis και καθιερώνοντας το ως το ταχύτερα πωλούμενο ντεμπούτο στην ιστορία της βρετανικής μουσικής. Στη συνέχεια έγινε οκτώ φορές πλατινένιο στο Ηνωμένο Βασίλειο, απέσπασε το Mercury Prize και το BRIT Award για το καλύτερο βρετανικό άλμπουμ, ενώ έφτασε μέχρι και σε υποψηφιότητα για Grammy.
Πέρα όμως από τα νούμερα, η πραγματική δύναμη του δίσκου βρισκόταν στη ματιά του Alex Turner. Οι στίχοι του λειτουργούσαν σαν μικρές σκηνές από τη ζωή στους δρόμους του Σέφιλντ: Ουρές έξω από κλαμπ, πορτιέρηδες που πετούν μεθυσμένους θαμώνες στο πεζοδρόμιο, άβολες στιγμές φλερτ και παρέες που περιφέρονται στην πόλη μετά τα μεσάνυχτα. «Γράφαμε για όσα βλέπαμε γύρω μας κάθε Σαββατόβραδο», έχει πει ο ίδιος.
Το τραγούδι που συμπύκνωσε καλύτερα από κάθε άλλο το πνεύμα εκείνης της στιγμής ήταν το I Bet You Look Good on the Dancefloor. Στην αρχή του βίντεο, ο 19χρονος τότε Turner κοιτάζει την κάμερα και προειδοποιεί: “Don’t believe the hype”. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, το τραγούδι εκρήγνυται σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα indie riffs της εποχής. Και το hype γίνεται αναπόφευκτο.
Ο Turner έχει αποκαλύψει ότι το τραγούδι ξεκίνησε από ένα drum riff του Matt Helders και πέρασε από αρκετές διαφορετικές εκδοχές μέχρι να πάρει την τελική μορφή του. «Υπήρχαν διάφοροι στίχοι εκεί μέσα… μερικοί ήταν πραγματικά κακοί», έχει δηλώσει σε συνέντευξή του στο NME το 2011. Παρ’ όλα αυτά, το κομμάτι αποδείχθηκε ανθεκτικό στον χρόνο. «Είναι από αυτά τα τραγούδια που δεν μπορώ να φανταστώ να μην παίζουμε», παραδέχτηκε αργότερα.
Η ενέργεια του άλμπουμ -οι κοφτές κιθάρες, η καταιγιστική ρυθμική μηχανή του Matt Helders και η νευρική αφηγηματική φωνή του Turner- κατέγραψε μια μπάντα στην πιο ακατέργαστη μορφή της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Arctic Monkeys θα εξελίσσονταν δραστικά: Aπό το σκοτεινό desert rock του Humbug μέχρι τον στιλιζαρισμένο crooner χαρακτήρα του Turner στα Tranquility Base Hotel + Casino και The Car.
Κι όμως, παρά τις μεταμορφώσεις τους, το ντεμπούτο τους παραμένει ένα μοναδικό στιγμιότυπο. Ένα άλμπουμ που δεν αποτύπωσε απλώς μια εποχή, αλλά την καθόρισε. Γιατί, όσο κι αν προειδοποιούσε ο Turner να μην πιστέψουμε το hype, η ιστορία απέδειξε ότι εκείνη τη φορά άξιζε να το πιστέψουμε.
Η νύχτα του Σέφιλντ που άλλαξε το indie.